Παρακολουθώντας την αντιπαράθεση με αποκορύφωμα τη συζήτηση στη Βουλή, δεν μου φεύγει από το μυαλό η διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα σε μια Ελλάδα φοβική, κλειστή, τελικά ηττοπαθή και ηττημένη, και μια Ελλάδα ανοιχτή στον κόσμο, με αυτοπεποίθηση και περηφάνια, σύγκρουση που χαρακτηρίζει τη χώρα από καταβολής ελληνικού κράτους.

Τι έχουμε μπροστά μας σήμερα; Μια διεθνή συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ, που βάζει τέλος σε μια διαμάχη 25 και πλέον χρόνων, χωρίς νικητές και ηττημένους, ικανή όμως να ξαναδώσει στην Ελλάδα τον ρόλο του πρωταγωνιστή στη Βαλκανική, αλλά και διεθνές κύρος και επιρροή. Παράλληλα, να βάλει τέλος στην κατασπατάληση πολιτικού και διπλωματικού κεφαλαίου χρόνων.

Η Ελλάδα πετυχαίνει να αλλάξει το όνομα της γειτονικής χώρας, με έναν γεωγραφικό προσδιορισμό που ξεχωρίζει το κράτος από την ελληνική Μακεδονία, βάζοντας τέλος στον αλυτρωτισμό. Το Σύνταγμα αλλάζει, τόσο το προοίμιο όσο και τα άρθρα 3 και 49 που μιλούσαν για «μακεδονικές μειονότητες» σε γειτονικά κράτη, ενώ πάνω από 150 φορές θα απαλειφθεί το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» για να αντικατασταθεί από το νέο όνομα.

Γιατί λοιπόν μια κατά βάση καλή συμφωνία αμφισβητείται με τόση σφοδρότητα; Με ποιον τρόπο και από ποιους;

Ο τρόπος: Είτε με μαξιμαλιστικά αιτήματα, όπως «γιατί δεν δέχτηκαν να ονομάζεται η γλώσσα και η ιθαγένεια σλαβομακεδονική ή έστω βορειομακεδονική;» ή ακόμη «ότι το erga omnes δεν αφορά μόνο το όνομα αλλά και τους επιθετικούς προσδιορισμούς και εθνότητα και γλώσσα». Το δεύτερο είναι το πιο απλό: πρόκειται για μια καινοφανή άποψη, που ποτέ δεν ετέθη ή δεν συζητήθηκε από καμιά ελληνική κυβέρνηση.

Ο μαξιμαλισμός είναι προφανής, όταν η χώρα μας είχε φτάσει παλιότερα να συζητάει όχι μόνο για διπλή, αλλά και για τριπλή ονομασία (αλλιώς στο εσωτερικό, αλλιώς στις σχέσεις με Ελλάδα, αλλιώς η διεθνής ονομασία).

Ας έρθουμε όμως στο πρώτο: σήμερα, η γλώσσα ονομάζεται διεθνώς «μακεδονική» και τα διαβατήρια γράφουν «μακεδονική ιθαγένεια». Με τη συμφωνία ξεκαθαρίζεται ότι πρόκειται για σλαβική γλώσσα, ενώ η προσθήκη «κάτοικος της Βόρειας Μακεδονίας» εξειδικεύει και σχετικοποιεί τον όρο «Μακεδόνας». Ετσι κι αλλιώς, σε μια διαπραγμάτευση κάτι παραχωρείς, κάτι κερδίζεις.

Αλλιώς κάθεσαι σπίτι σου, στη δόξα των περασμένων μεγαλείων, ηττημένος διεθνώς (μιας και όλοι θα συνέχιζαν τη χρήση του όρου «Δημοκρατία της Μακεδονίας») αλλά «εθνικά περήφανος» στο εσωτερικό. Εξάλλου, η ακινησία στα εθνικά αποφέρει εκλογικά πολύ περισσότερο από μια ενεργητική εξωτερική πολιτική, ακόμη κι αν η χώρα κερδίζει. Γνωστό από την εποχή του Ε. Βενιζέλου.

Είτε με πρόσχημα τον αντισυριζαϊσμό: «όποιος στηρίζει τη συμφωνία συντάσσεται με τον ΣΥΡΙΖΑ ή, ακόμη χειρότερα, εξαγοράζεται, με μελλοντική βουλευτική έδρα ή άλλο αξίωμα». Η μέθοδος γνωστή: απαξιώνω την αντίθετη γνώμη, καλλιεργώντας υποψίες ότι υπάρχει συναλλαγή, αλλά και θυσιάζω στην εσωτερική πολιτική διαμάχη ένα μεγάλο εθνικό θέμα. Διχαστικό, εθνικά επικίνδυνο και βαθιά ανιστόρητο.

Από ποιους εκπορεύονται αυτές οι απόψεις. Υπάρχουν οι εξής κατηγορίες αντιπάλων της συμφωνίας:

Οι σταθερά απορριπτικοί σε κάθε προσπάθεια επίλυσης εθνικού ζητήματος, είτε είναι το Κυπριακό είτε το Μακεδονικό. Στην αντίληψη αυτή, κάθε λύση αποτελεί υποχώρηση. Αρα, στόχος είναι η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων, ως μόνης εθνικά σωστής θέσης, συντηρώντας παράλληλα τον απολύτως μη ρεαλιστικό στόχο της μελλοντικής απόλυτης επικράτησης των ελληνικών θέσεων. Ουσιαστικά, η θέση αυτή θεωρεί πετυχημένη διαπραγμάτευση τη συντριβή του αντιπάλου.

Αυτοί που θεωρούν ότι η πτώση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η απόλυτη προτεραιότητα, ενώ τα εθνικά θέματα «μπορούν να περιμένουν». «Τόσα χρόνια δεν το λύσαμε, γιατί να βιαστούμε;». Γιατί η ιστορία δεν περιμένει και γιατί σήμερα υπάρχει μια εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν θα υπάρχει και αύριο. Γιατί η Δύση στρέφει, έπειτα από καιρό, το ενδιαφέρον της στην περιοχή, γιατί η Τουρκία μάς απειλεί με περικύκλωση, δεδομένης της σημαντικότατης διείσδυσής της στη βόρεια χώρα. Γιατί στην ΠΓΔΜ έχουμε την πιο φιλική προς τη λύση κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων. Γιατί υπάρχει το δέλεαρ της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, για να έρθουν σε συμβιβασμό.

Οι επαγγελματίες του πατριωτισμού. Στη χώρα μας, με τα ελληνοτουρκικά, είτε το βορειοηπειρωτικό είτε το μακεδονικό, καριέρες χτίστηκαν πάνω στην καλλιέργεια του εθνικισμού. Το κακό είναι ότι χτίζονται ακόμη. Αξίζει να το ξαναπούμε: ο εθνικισμός είναι ένα χαρτί άμεσης απόδοσης, γιατί απευθύνεται στις ανασφάλειες, το εθνικό αίσθημα και την αίσθηση κοινότητας μιας κατακερματισμένης κοινωνίας. Είναι ένα δηλητηριώδες όπλο, που μπορεί να συσπειρώσει αλλά μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδίες. Κάτι που στην Ελλάδα το γνωρίζουμε καλά.

Μια καλή συμφωνία με σεβασμό στην ιστορία μας και στον βόρειο γείτονα, μια σειρά εγγυήσεων πριν από την κύρωση από την ελληνική Βουλή, μια διαδικασία που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανακοπεί, αν η Ελλάδα κρίνει ότι τα συμφωνηθέντα δεν τηρούνται, και μια νέα σελίδα για τη χώρα. Από μια Ελλάδα χωρίς πλέον ψευδαισθήσεις, με πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, πυλώνα σταθερότητας και συνεργασίας. Σε αυτό οφείλουμε όλοι να τοποθετηθούμε, με πολιτικό θάρρος και εθνική ευθύνη.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών