Οπως ήδη έγραψα σε άρθρο μου στην «Εποχή» (17/6/2018, «Η ονομασία Βόρεια Μακεδονία ως φασιστόμετρο»), η ονομασία Βόρεια Μακεδονία δεν συνιστά συμβιβασμό, διότι απλούστατα είναι η λύση η οποία καλώς εχόντων των πραγμάτων θα έπρεπε να αποτελεί τη θέση της ελληνικής πλευράς εξ αρχής, από τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Κατά συνέπεια, το ότι μια κυβέρνηση «με κορμό» την Αριστερά κατόρθωσε να καταλήξει σε συμφωνία με τους γειτόνους μας για την εν λόγω ονομασία δεν είναι παρά το κλείσιμο ενός κύκλου που πιθανότατα δεν θα είχε ανοίξει ποτέ αν η Ελλάδα είχε υιοθετήσει από τότε τη σωστή αυτή στάση.

Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο επίτευγμα. Δεδομένου ότι ο «κύκλος» που είχε ανοίξει και που έπρεπε κάποτε να κλείσει δεν συνίστατο απλώς σε μια λάθος επιλογή της τότε ελληνικής κυβέρνησης και στα επακόλουθα αυτής. Η υιοθέτηση της απολύτως αδιάλλακτης στάσης στο θέμα της ονομασίας το 1991-92 από την ελληνική πλευρά ήταν ένα ιστορικό γεγονός που είχε σύνθετες κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις και βαθύτατες ιδεολογικο-πολιτικές συνέπειες που ακόμη συνοδεύουν την ελληνική κοινωνία.

Σ’ ένα πρώτο επίπεδο ανάλυσης, η καθαρά πολιτική διάσταση του ζητήματος ήταν η υιοθέτηση της σκληρής στάσης, αρχικά από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και στη συνέχεια –με τον φόβο του «πολιτικού κόστους»– από σχεδόν όλο το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό. Ενώ η κοινωνική διάσταση συνίστατο στην επικοινωνιακή στρατηγική των νεοϊδρυθέντων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που συνέβαλαν καθοριστικά με την προπαγάνδα τους στη δημιουργία ενός άκρως επιθετικού εθνικιστικού ιδεολογικού κλίματος.

Ο Αντώνης Σαμαράς όμως δεν είναι μια τυχαία πολιτική προσωπικότητα. Οσο και αν η τότε επιλογή του είχε όντως και τον χαρακτήρα ενός προσωπικού καιροσκοπισμού, η συγκεκριμένη επιλογή αναμφίβολα δεν ήταν άσχετη με τη μέχρι τότε πολιτική του διαδρομή. Γνωστός ως «πρωτοπαλίκαρο» του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ και έχοντας διαδραματίσει ανάλογο ρόλο στην ιδεολογικο-πολιτική συγκρότηση της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι εκείνος ο πολιτικός της μεταδικτατορικής Δεξιάς που είχε προσπαθήσει ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να «ξαναπιάσει το νήμα» με τα προδικτατορικά ακροδεξιά «μεγαλεία» τής εν λόγω παράταξης και με τα συνακόλουθα ιδεολογήματα του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», ύστερα από τη μετριοπαθή «παρένθεση» των πρώτων ετών μετά τη Μεταπολίτευση.

Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες των πρώτων μεγάλων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών δεν ήταν απλώς κάποιοι τυχάρπαστοι «καναλάρχες». Ηταν οι κομβικής σημασίας Ελληνες μεγαλοκαπιταλιστές, όσον αφορά αυτό που εδώ και κάμποσα χρόνια καλείται «διαπλοκή», και που δεν είναι άλλο από τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο το μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο ασκεί με τη δική του «ιδιαίτερη» μέθοδο την πολιτικο-οικονομική του κυριαρχία.

Με άλλα λόγια, η επένδυση –πολιτικο-οικονομική, επικοινωνιακή– στην αδιάλλακτη εθνικιστική στάση από πλευράς του ελληνικού κοινωνικο-πολιτικού κατεστημένου θα πρέπει μάλλον να ιδωθεί ως μια οργανωμένη προσπάθεια από την πλευρά του να αποκτήσει την περιπόθητη ηγεμονία στην ελληνική κοινωνία – κάτι που ποτέ του δεν είχε κατορθώσει μέχρι τότε στη μεταπολεμική περίοδο, τουλάχιστον στο ιδεολογικό επίπεδο. Και φαίνεται ότι σ’ έναν βαθμό το επέτυχε.

Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα και με επίκεντρο τα «εθνικά θέματα», παρατηρούμε όντως έκτοτε μια συντηρητική στροφή στην ελληνική κοινωνία, που αντανακλά ακριβώς το ακροδεξιό περιεχόμενο του λόγου με τον οποίο το ελληνικό πολιτικο-οικονομικό καθεστώς (με τη συμβολή και της Εκκλησίας) αποφάσισε να προωθήσει την ηγεμονία του.

Δεν είναι μικρή νίκη για την κυβερνώσα Αριστερά λοιπόν να ανατρέψει μια τέτοια κατάσταση, έστω και στο καθαρά θεσμικό επίπεδο, έστω και αν αυτή η νίκη αποβεί καθαρά προσωρινή.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο συγκεκριμένο επίτευγμα. Οι ίδιες αυτές δυνάμεις που είχαν καλλιεργήσει το εθνικιστικό και πολλαχώς συντηρητικό κλίμα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων και όταν «τα είδαν σκούρα» με τους δανειστές, άρχισαν να εγκαλούν την Αριστερά για «εθνικολαϊκισμό», επιρρίπτοντάς της την ευθύνη για άπαντα τα δεινά της σύγχρονης Ελλάδας.

Τις βόλευε σε αυτό και ο ήδη υπάρχων επίπλαστος διπολισμός που επικρατεί και επικρατούσε ως ιδεολόγημα στην Ευρώπη: από τη μια οι «ευρωπαϊστές» και «εκσυγχρονιστές» και από την άλλη οι «ευρωσκεπτικιστές» και «εθνικολαϊκιστές» της Δεξιάς και της Αριστεράς. Μετά την πρόταση δυσπιστίας, αναρωτιέμαι με τι μούτρα θα τολμήσουν οι Ελληνες «ευρωπαϊστές», μιλώντας στους Ευρωπαίους «ομοϊδεάτες» τους, να χαρακτηρίσουν ξανά την ελληνική Αριστερά «εθνικολαϊκιστική». Αν και τι λέω τώρα, το θράσος των ισχυρών δεν έχει πάτο.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών