Οι Βρυξέλλες ετοιμάζονται να ζητήσουν μεγάλη αύξηση των συνεισφορών στον προϋπολογισμό της ΕΕ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2020, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η οικονομική δύναμη της Ένωσης σε ό,τι αφορά τις δαπάνες μετά το Brexit και να αντιμετωπιστούν επιπλέον πολιτικοί στόχοι.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται να αρχίσει να συζητά τον σχεδιασμό του επόμενου μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος θα αποτελέσει μία από τις πιο δραματικές πολιτικές μάχες του μπλοκ το 2018. Οι ηγέτες της ΕΕ θα συζητήσουν τις προτεραιότητες στη Σύνοδο Κορυφής του Φεβρουαρίου, για να φτάσουν σε μια επίσημη πρόταση τον Μάιο.

Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό είναι κατά κανόνα σκληρές στις Βρυξέλλες, επειδή απαιτούν ομοφωνία ανάμεσα σε καθαρούς χρηματοδότες όπως η Γερμανία και η Γαλλία και καθαρούς ωφελούμενους όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία. Για τον προϋπολογισμό ύψους 960 δισ. ευρώ της περιόδου 2014-2020 χρειάστηκαν σχεδόν 18 μήνες και αρκετές Σύνοδοι Κορυφής της ΕΕ, για να επέλθει συμφωνία.

Αυτή τη φορά, η πρόκληση ενισχύεται από τρεις παράγοντες: η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου αφήνει ένα κενό έως και 10 δισ. ευρώ ετησίως από το 2021, αιτήματα πρόσθετων δαπανών για τη μετανάστευση και την ευρωζώνη και τις εντάσεις ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση σε θέματα όπως η κατανομή προσφύγων που θα φιλοξενεί η κάθε χώρα ή το κράτος δικαίου, τα οποία έχουν εξαγριώσει τις χώρες που χρηματοδοτούν τον κοινό προϋπολογισμό.

Ο Γκίντερ Έτινγκερ, αρμόδιος επίτροπος για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, δήλωσε ότι το ήμισυ του δημοσιονομικού κενού «πρέπει να καλύπτεται από περικοπές» και το υπόλοιπο «με πρόσθετα χρήματα από τους καθαρούς χρηματοδότες».

Αλλά ακόμη και αυτή η προσέγγιση είναι πιθανό να σπάσει το ανώτατο όριο που έθεσε από μόνη της η Ευρωπαϊκή Ενωση για το 1% του συνολικού Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της ΕΕ -ένας πολιτικός περιορισμός που υποστηρίζεται από τη Γερμανία για το μέγεθος του κοινού προϋπολογισμού και που διατηρείται για περισσότερο από μια δεκαετία.

Υπογραμμίζοντας τις επιλογές για να κλείσει το χάσμα, ο αρμόδιος επίτροπος αγροτικής ανάπτυξης Φιλ Χόγκαν, τον Δεκέμβριο, ρωτήθηκε αν «τα κράτη-μέλη είναι διατεθειμένα να αυξήσουν τη συνεισφορά από το 1% στο 1,1% ή στο 1,2% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (GNI)». Μια τέτοια προσέγγιση θα ανέβαζε το «ταβάνι» της νόμιμης συνεισφοράς στην ΕΕ ύψους 1,23% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της ΕΕ.

Αν και εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί στις μεγάλες αυξήσεις στα συνολικά επίπεδα δαπανών, οι καθαροί χρηματοδότες, συμπεριλαμβανομένων της Ολλανδίας και της Σουηδίας, αναμένεται να δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στη μεταρρύθμιση της χρήσης του προϋπολογισμού στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις.

«Σε σύγκριση με τον τελευταίο [μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό], ο οποίος συμφωνήθηκε εν μέσω πολιτικών λιτότητας, φαίνεται ότι τα κράτη-μέλη είναι πιο ανοικτά σε αύξηση», δήλωσε η Eulalia Rubio από το Ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ. «Δεν πρόκειται να αγωνιστούν για να το κρατήσουν στο 1%».

Η μάχη για τον προϋπολογισμό αναμένεται να είναι βασικό στοιχείο μιας ευρύτερης συζήτησης αναφορικά με το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Γερμανία θα θέλει να διασφαλίσει ότι χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία υποστηρίζουν βασικές ευρωπαϊκές αρχές όπως το κράτος δικαίου, σε αντάλλαγμα για μεγαλύτερη οικονομική συμμετοχή. «Το μεγάλο θέμα για το οποίο θα ασκηθεί πίεση είναι η τήρηση των αξιών της ΕΕ», δήλωσε ο Grégory Claeysαπό το think tank Bruegel.

Η Βαρσοβία και άλλες πρωτεύουσες εκτός ευρωζώνης στην Ανατολική Ευρώπη ανησυχούν ότι το πολιτικό αδιέξοδο μπορεί να οδηγήσει τη Γερμανία και τη Γαλλία στο να διοχετεύσουν περισσότερα από τον κοινό προϋπολογισμό της ΕΕ σε προγράμματα που προορίζονται για όσους επιθυμούν να ενταχθούν στο ενιαίο νόμισμα.

Άλλα σχέδια περιλαμβάνουν προϋπολογισμό για τη μετανάστευση, ο οποίος θα αλλάξει και θα συγκεντρώσει τους υπάρχοντες πόρους, ενδεχομένως μέσω της σύνδεσης της αναπτυξιακής χρηματοδότησης με στόχους της μεταναστευτικής πολιτικής στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Την ώρα που η ΕΕ διευρύνει τον προϋπολογισμό της καλύπτοντας νέους τομείς, ο κ. Έτινγκερ αναμένεται να προτείνει την κάλυψη του 80% του κόστους μέσω νέων συνεισφορών και 20% μέσω εξοικονομήσεων. Ανώτεροι αξιωματούχοι της ΕΕ εξετάζουν επίσης κατά πόσον ο προϋπολογισμός της ΕΕ μπορεί να μοχλευτεί μέσω της διεύρυνσης της χρήσης εγγυήσεων και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων πέραν του υφιστάμενου ορίου 10%.

πηγή: The Financial Times – euro2day