Οι φορολογικοί παράδεισοι δεν είναι κάτι σκανδαλώδες και έκτακτο, σαν φευγαλέα λάμψη που δύσκολα ελέγχεται. Αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής τάξης που διαμορφώθηκε ιστορικά.

Κατ’ αρχάς, το μέγεθος: Διαθέσιμα στοιχεία από το 1994 δείχνουν ότι το 8% του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού πλούτου, που ανέρχεται σε 7,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή όσο κατέχει το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι κατατεθειμένο σε φορολογικούς παραδείσους. Και αυτός ο πλούτος ανήκει στο πλουσιότερο 10% και κυρίως στο βαθύπλουτο 1% του πληθυσμού.

Περίπου το 50% των δανείων που διασχίζουν σύνορα υπάγεται σε εξωχώρια νομοθεσία, το 30% των άμεσων επενδύσεων περνά επίσης από φορολογικούς παραδείσους και το 60% της ολικής χωρητικότητας του παγκόσμιου εμπορικού στόλου είναι σε σημαίες ευκαιρίας. Οι νήσοι Κέιμαν αποτελούν την έδρα του 45% των hedge funds που κινούνται παγκοσμίως.

Το συνολικό ποσό της φοροδιαφυγής ποσοτικοποιείται δυσκολότερα. Υπολογίζεται ότι οι ΗΠΑ χάνουν 130 δισ. δολ. τον χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι αντισταθμίζονται με υψηλότερους φόρους στο εσωτερικό, μικρότερες δημόσιες δαπάνες και μεγαλύτερο ομοσπονδιακό χρέος.

Οι φορολογικοί παράδεισοι (δηλαδή ένα πλέγμα μεθόδων και πρακτικών φοροδιαφυγής) δεν είναι σύμπτωμα της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Επίσης, το μέγεθος και η διασπορά τους δεν μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι δημιουργήθηκαν ερήμην των μεγάλων οικονομικοκοινωνικών ρυθμίσεων του 20ού αιώνα.

Σύμφωνα με τη Βανέσα Ογκλ, στο τωρινό τεύχος της Αμερικανικής Ιστορικής Επιθεώρησης, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το φαινόμενο ήταν μέτριο λόγω των αποικιακών αυτοκρατοριών, οι κανονισμοί στις αποικίες των οποίων ήταν πολύ χαλαρότεροι και η φορολογία πολύ χαμηλότερη από τις μητροπολιτικές χώρες.

Το φαινόμενο άρχισε να παίρνει τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του και να γιγαντώνεται μετά τον πόλεμο, από το 1945 έως το 1975 περίπου. Στην αφετηρία του βρίσκεται πρώτα η νέα τάξη πραγμάτων που θεμελιώνει η σύνοδος του Μπρέτον Γουντς (1944), ένα σύστημα κρατών που ρεγουλάρουν τις οικονομίες τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη ροή των κεφαλαίων.

Αν προσθέσει κανείς τον κεϊνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας, περιγράφει τη νέα μεταπολεμική κοινωνική τάξη του δυτικού κόσμου, της οποίας η φορολογία αποτελεί ουσιαστικό μέρος της, ανέρχεται στο 40-50%, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση των κοινωνικών αναγκών αλλά και της ανανέωσης της παραγωγικής ικανότητας των κοινωνιών.

Το δεύτερο φαινόμενο είναι η αποαποικιοποίηση και η φυγή των κεφαλαίων από τις πρώην αποικίες και τώρα ανεξάρτητες χώρες. Θα πήγαιναν στις μητροπολιτικές χώρες με πολύ βαρύτερη φορολογία; Και τα δύο φαινόμενα συνέτειναν στη δημιουργία των φορολογικών παραδείσων, όπου η φορολογία ήταν πολύ μικρότερη, οι κανονισμοί τροποποιούνταν κατά τη θέληση των επενδυτών και τα ίχνη της διαδρομής του χρήματος χάνονταν.

Πρώτη διδάξασα βέβαια ήταν η Ελβετία, που συνδύαζε χαμηλή φορολογία, ασφάλεια και εχεμύθεια. Αλλά στην ίδια εποχή, εκτός από τα ευρωπαϊκά πριγκιπάτα (Μονακό, Λιχτενστάιν), αναπτύσσονται ως κέντρα εξωχώριων επιχειρήσεων τα νησιά της Καραϊβικής και σημεία ανά τον κόσμο, όπως η Μάλτα, ο Λίβανος, οι χώρες του Περσικού κόλπου, το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Λιβερία κ.λπ.

Η τρίτη φάση μιας εκρηκτικής επέκτασης αρχίζει το 1975 με την αποδιάρθρωση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, τη διακύμανση του δολαρίου και την πετρελαϊκή κρίση. Επέκτασης από την άποψη του μεγέθους των κεφαλαίων, αλλά και των μορφών που πήραν: αφορολόγητοι παράδεισοι, σημαίες ευκαιρίας, εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές (όπου διακινούνταν τα ευρωδολάρια, τα πετροδολάρια, τα ασιανοδολάρια κ.ά.) και ειδικές οικονομικές ζώνες οι οποίες επιπλέον όλων των άλλων πρόσφεραν φτηνή εργασία χωρίς νομική προστασία. Στην ίδια φάση παρατηρούμε δύο αλληλένδετα φαινόμενα.

Πρώτο, κράτη, δήμοι, τράπεζες να προσφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε αυτές τις εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές για την αναζήτηση δανείων, και δεύτερο, την επέκταση πρακτικών των φορολογικών παραδείσων στο εσωτερικό χωρών, όπως οι ειδικές οικονομικές ζώνες (Ιρλανδία, Κίνα, Μεξικό κ.α. ).

Η αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος μετά το 1982 έφερε πολλές από τις πρακτικές αυτές εντός του συστήματος. Η απορρύθμιση και περικοπή της φορολογίας έγιναν ο κανόνας, συνοδευόμενες πλέον από απορρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, περικοπές των κοινωνικών δαπανών και διόγκωση του δανεισμού των κρατών, πράγμα που άνοιγε τον επόμενο κύκλο της κρίσης.

Ολες αυτές οι δραστηριότητες βοηθούν τους πολύ πλούσιους να προστατέψουν τα χρήματά τους από τη φορολογία. Δεν είναι παράνομες, με το γράμμα των νόμων, αλλά με το πνεύμα των νόμων. Διαθέτουν λογιστικές υπηρεσίες, μεγάλα γραφεία νομικών συμβουλών, δικτύωση στα υψηλά κλιμάκια των κρατικών και διακρατικών θεσμών, μελετητικά γραφεία. Συμμετέχουν προσωπικότητες υπεράνω υποψίας που βρίσκονται καθημερινά στο προσκήνιο της πολιτικής.

Παρ’ όλα αυτά προκαλούν ή οφείλουν να προκαλούν ανησυχία στις κυβερνήσεις. Οπως έγραψαν οι Times του Λονδίνου (6.11.2017), οι φορολογικοί παράδεισοι και οι αντίστοιχες κριτικές προκαλούν δυσπιστία απέναντι «στο σύστημα που προκάλεσε τη μεγαλύτερη ευημερία στον κόσμο», ενώ γερμανικές εφημερίδες την ίδια περίοδο ζητούσαν να ασκηθούν έντονες πιέσεις σε κυβερνήσεις παγκοσμίως ώστε να αρθεί το καθεστώς φοροαποφυγής.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών