Η πρόκληση όσο και η υποχρέωση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με όσες διαφορές και αναλογίες καταγράφονται  στις χώρες  της Ευρώπης, με το δεδομένο ότι δεν έχει ενιαία ευρωπαϊκή έκφραση, αφορά στην επιλογή της να αναθεωρήσει την πολιτική της και να ανακαθορίσει  την ταυτότητα της, συνομιλώντας με τις κοινωνίες. Με επίγνωση των προβλημάτων των εργαζομένων, της συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της «αποδημοκρατικοποίησης της δημοκρατίας». Με συνείδηση πλέον ότι πρέπει να υπάρξει και να προωθηθεί η υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η κατάκτηση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ενοποίησής της, μακριά από τη δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας που υπονομεύουν τη συνοχή της και την εμπιστοσύνη των λαών.

Η σοσιαλδημοκρατία, απομαγευμένη πλέον και με γνώση των αποτελεσμάτων της ακραίας λιτότητας και της ευρωπαϊκής κρίσης, οφείλει να αναπροσδιορίσει την πολιτική της, να την οργανώσει με ουσιαστικό προοδευτικό περιεχόμενο και να μετατοπισθεί προς τα αριστερά. Να απεγκλωβιστεί, με άλλα λόγια, από τον νεοφιλελευθερισμό στη ευρωπαϊκή εκδοχή του, στον οποίο συνέπραξε και, εκ των πραγμάτων, ανέδειξε ως «αναγκαία πολιτική».

Η αντίθεση και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της προοδευτικής και συντηρητικής πολιτικής όχι μόνον παραμένει, αλλά καταγράφεται με μεγαλύτερη ένταση και συνεχώς διευρύνεται από τις οικονομικές συνθήκες, τις κοινωνικές ανισότητες και τις ανάγκες των πολιτών.

Οι σοσιαλδημοκράτες το έτος 2000 είχαν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία σε δώδεκα από τις δεκαπέντε χώρες, αλλά δεν μείωσαν τις ανισότητες και δεν υπερασπίσθηκαν το κοινωνικό κράτος. Η  απώλεια της εκλογικής τους δύναμης είναι συνεχής, σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και όχι μόνον στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Η εκλογική πτώση της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί παρά να αναζητείται στην πολιτική που άσκησε, εναγκαλισμένη ουσιαστικά με τον νεοφιλελευθερισμό και με εγκατάλειψη βασικών στοιχείων της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, εάν θέλουν να είναι πράγματι προοδευτικές, δεν μπορεί να παραμένουν δέσμιες της συνέργειάς τους  στην άσκηση της συντηρητικής πολιτικής και να παρατηρούν ανενεργές τη σύγκρουση και τον τεμαχισμό που συντελείται στον ιστό των κοινωνιών.

Η σοσιαλδημοκρατία οφείλει να θέσει και πάλι το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και να αντιπαλέψει το συνεχώς διευρυνόμενο έλλειμμα αλληλεγγύης μέσα στις κοινωνίες για να βρει την ταυτότητα και την προοπτική της.

Στην κρίσιμη περίοδο για την Ευρώπη –και αυτονόητα για την Ελλάδα- απαιτείται η διαμόρφωση ενός προοδευτικού πόλου, που θα αντιπαρατίθεται στη νεοφιλελεύθερη πολιτική και θα προωθεί τη δική του πολιτική για την απόρριψη της λιτότητας, τη μείωση των ανισοτήτων, την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και του κράτους. Η αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος της προοδευτικής πολιτικής, με αυτονόητο το θετικό αποτέλεσμα υπέρ της κοινωνίας, προϋποθέτει συγκλίσεις των προοδευτικών δυνάμεων.

Οι δυνάμεις του ενδιάμεσου χώρου και οι αναφερόμενες στη σοσιαλδημοκρατία, εάν θέλουν να δικαιώνουν τον αυτοπροσδιορισμό τους ως προοδευτικές και κεντροαριστερές, πρέπει να αναζητήσουν συγκλίσεις με την αριστερά και να κλείσουν το κεφάλαιο της συμπόρευσης με την νεοφιλελεύθερη πολιτική και τις δυνάμεις που την εκπροσωπούν.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέα Σελίδα”, 19/11/2017