Με την απειλή ενός ακόμα κορεατικού πολέμου να πλανάται στον ορίζοντα, η σύνοδος ΗΠΑ-Κίνας αυτή την εβδομάδα στο Πεκίνο μπορεί να είναι η πιο σημαντική των τελευταίων δεκαετιών.

Το μεγαλύτερο μέρος της αρθρογραφίας για τη Βόρεια Κορέα στις δυτικά μέσα ενημέρωσης έχει εστιάσει στις προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την αντιμετώπιση της πυρηνικής απειλής του καθεστώτος με «φωτιά και οργή». Αλλά η κορεατική κρίση αποτελεί και ένα τεράστιο ρίσκο για την Κίνα. Αν ξεσπάσει ένας πόλεμος, η Κίνα θα βρίσκεται κυριολεκτικά στην πρώτη γραμμή, εκτεθειμένη ενδεχομένως σε μια πυρηνική καταστροφή, σε μεταναστευτικές ροές και σε δραματικές αλλαγές στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων.

Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν προκαλέσει διχογνωμία μεταξύ των Κινέζων ειδικών για την στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί. Υπάρχουν ορισμένοι που υποστηρίζουν ακόμα και μια συνεργασία ΗΠΑ και Κίνας σε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Βόρειας Κορέας. Άλλοι υιοθετούν μια εντελώς διαφορετική γραμμή, ισχυριζόμενοι ότι η πολιτική της Ουάσιγκτον οδηγεί σε καταστροφή και ότι είναι ώρα το Πεκίνο να διαχωρίσει δημόσια τη θέση του από τις ΗΠΑ.

Η επίσημη θέση του Πεκίνου αποφεύγει και τις δύο αυτές εναλλακτικές. Αντίθετα, η κυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ πιέζει για επανέναρξη της διπλωματίας μέσω μιας πολιτικής «πάγωμα για το πάγωμα». Η ιδέα είναι πως η Βόρεια Κορέα θα παγώσει την εξέλιξη των πυρηνικών της όπλων, εφόσον οι ΗΠΑ παγώσουν τις στρατιωτικές ασκήσεις που ανησυχούν την Πιονγκγιάνγκ.

Η ιδέα αυτή ακούγεται εύλογη επί της αρχής. Στην πράξη, ούτε η Βόρεια Κορέα αλλά ούτε και οι ΗΠΑ φαίνονται διατεθειμένες να λάβουν τα απαραίτητα βήματα για να κάνουν την πολιτική αυτή να λειτουργήσει.

Με το δεδομένο αυτό, οι Κινέζοι πρέπει να εξετάσουν άλλες πιο ριζικές εναλλακτικές. Ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος υποστηρίζει ότι συμφωνώντας στις απαιτήσεις των ΗΠΑ για πιο αυστηρές κυρώσεις στη Βόρεια Κορέα, η Κίνα έχει χάσει την επιρροή της στην Πιονγκγιάνγκ. Οπότε, υποστηρίζει ο αξιωματούχος, η Κίνα πρέπει να επιχειρήσει τώρα να ανακτήσει τους δεσμούς με το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει αν ανταγωνιστεί την αμερικάνικη κυβέρνηση.

Αλλά στους κινεζικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, υπάρχουν επιφανείς προσωπικότητες που ενστερνίζονται μια εντελώς διαφορετική θέση. Τα γεράκια αυτά υποστηρίζουν πως μια πυρηνική Βόρεια Κορέα αποτελεί μια πρωτοφανή απειλή όχι μόνο για τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία ή τις ΗΠΑ, αλλά και για την ίδια την Κίνα. Σε στρατηγικούς όρους, η αυξανόμενη απειλή της Βόρειας Κορέας μπορεί να πείσει τόσο την Νότια Κορέα όσο και την Ιαπωνία να αποκτήσουν δικά τους πυρηνικά όπλα, κάτι που θα όξυνε σημαντικά τις εντάσεις στην Ανατολική Ασία.

Οι Κινέζοι ειδικοί φοβούνται επίσης και τον κίνδυνο να πάει λάθος μια πυρηνική δοκιμή της Βόρειας Κορέας ή να γίνει ένα ατύχημα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις Γιονγκμπγιόν κοντά στα σύνορα. Οποιαδήποτε τέτοια εξέλιξη θα δημιουργήσει σοβαρούς περιβαλλοντικούς κινδύνους για την Κίνα. «Η Γιονγκμπγιόν θα μπορούσε να γίνει η δική μας Φουκουσίμα» ανησυχεί ένας ακαδημαϊκός – αναφερόμενος στο πυρηνικό ατύχημα του 2011 στην Ιαπωνία.

Οι Κινέζοι υπολογίζουν ότι η Βόρεια Κορέα έχει περίπου 40 με 60 πυρηνικά όπλα. Αν χρησιμοποιούνταν οποιοδήποτε κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, τα ρίσκα για την Κίνα θα ήταν τεράστια.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν ορισμένους Κινέζους ειδικούς να εξετάσουν μια ριζική εναλλακτική, μια πιθανή συνεργασία του Πεκίνου με τις ΗΠΑ, σε μια κοινή στρατιωτική δράση, με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος του Κιμ και την εξουδετέρωση των πυρηνικών της όπλων. Μια τέτοια στρατηγική θα επέτρεπε στην Κίνα να λάβει δράση για να προστατέψει την ασφάλεια της, αντί να παρακολουθεί αβοήθητη την εξέλιξη μιας σύγκρουσης. Μια συμμαχία με την κυβέρνηση Τραμπ θα επέτρεπε επίσης στην Κίνα να διασφαλίσει ένα νέο «μεγάλο παζάρι» για τις μεταπολεμικές συμφωνίες. Οι Κινέζοι θα μπορούσαν για παράδειγμα, να λάβουν εγγυήσεις ότι οι Αμερικανοί στρατιώτες θα αποσύρονταν από μια ενοποιημένη Κορέα και ενδεχόμενος να επιδίωκαν και παραχωρήσεις σε άλλα αμυντικά θέματα, όπως το καθεστώς της Ταϊβάν ή τη Νότια Θάλασσα της Κίνας.

Ωστόσο, οποιαδήποτε κοινή στρατιωτική επιχείρηση θα αντιμετώπιζε σοβαρούς κινδύνους. Υπάρχει πάνω από όλα ο φόβος ότι η Βόρεια Κορέα θα εξαπέλυε μια καταστροφική αντεπίθεση, χρησιμοποιώντας είτε πυρηνικά όπλα είτε συμβατικά όπλα. Ένας Κινέζος ειδικός εκτιμά ότι για να το αποφύγουν αυτό, θα μπορούσε να ξεκινήσει μια επίθεση στο καθεστώς του Κιμ με την χρήση ενός όπλου ηλεκτρομαγνητικού παλμού, το οποίο θα απενεργοποιούσε όλες τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στη Βόρεια Κορέα, καθιστώντας αδύνατο τον συντονισμό των αμυντικών της δυνάμεων ή την χρήση πυρηνικών όπλων.

Ωστόσο, ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα είναι γνωστό ότι έχουν και οι δύο εργαστεί σε τέτοιου είδους όπλα, δεν τα έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ. Θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να βασιστούν σε μη δοκιμασμένα οπλικά συστήματα για να αντιμετωπίσουν την πυρηνική απειλή της Βόρειας Κορέας.

Δεδομένων όλων των παραπάνω, μια διαφορετική σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι, αν η κυβέρνηση Τραμπ προχωρήσει σε μια επίθεση κατά της Βόρειας Κορέας, η στρατιωτική απάντηση της Κίνας θα έπρεπε να είναι να εισβάλει 50 χιλιόμετρα εντός της Βόρειας Κορέας, για να προστατέψει τα σύνορα της και να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών. Ένας εθνικιστής ακαδημαϊκός υποστηρίζει πως μια προληπτική επίθεση των ΗΠΑ μπορεί στο τέλος να ωφελήσει την Κίνα. Θα προκαλούσε την οργή των συμμάχων της Αμερικής, όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, που θα διέκοπταν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ, καταστρέφοντας την αμερικάνικη επιρροή στον Ειρηνικό.

Αλλά θα υπήρχε και κόστος αν η Κίνα προσπαθούσε να μείνει θεατής σε μια σύγκρουση. Οι ανθρωπιστικές συνέπειες θα ήταν τρομακτικές. Ακόμα και μια περιορισμένη είσοδος στα εδάφη της Βόρειας Κορέας θα είχε τον κίνδυνο να εμπλέξει Κινέζους στρατιώτες στην σύγκρουση. Αλλά αν η Κίνα έμενε εντελώς έξω από τη μάχη, θα διακινδύνευε να φανεί σαν ένας ανίκανος παρατηρητής την ώρα που οι ΗΠΑ δίνουν έναν πόλεμο σε μια χώρα που παραμένει σύμμαχος της Κίνας και γείτονας της.

Στην Ουάσιγκτον, υπάρχει το ρητό ότι «η Βόρεια Κορέα είναι η γη κακών επιλογών». Έτσι φαίνεται και από την πλευρά του Πεκίνου. Το πρόβλημα είναι, πως με το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας να προχωράει τόσο γρήγορα, το να μην κάνει τίποτα, δεν αποτελεί επίσης επιλογή.

πηγή: euro2day – Financial Times