τις 2 Νοεμβρίου 1917 ο επικεφαλής της βρετανικής διπλωματίας Άρθουρ Μπάλφουρ υπογράφει ένα κείμενο, σύμφωνα με το οποίο «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας είναι ευνοϊκά διακείμενη στην ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό».

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος εισερχόταν στον τελευταίο χρόνο του και το Λονδίνο επιδίωκε να ενισχύσει τις θέσεις του και να εξασφαλίσει την υποστήριξη του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο αναπτυσσόταν στους κόλπους των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής.

Η λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ ήταν αυτή που τότε, πριν από έναν αιώνα, άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και την κατοχή της Παλαιστίνης, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Πολιτικός σιωνισμός

Το κίνημα του Σιωνισμού αναπτύχθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη και στην τσαρική Ρωσία και έκτοτε απέβλεπε στη δημιουργία ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης. Στο πλαίσιο αυτό, από το 1882 έως το 1914, δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι μετανάστευσαν στην αρχαία κοιτίδα τους, όπου σταδιακά αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις γης και ανέπτυξαν τους δικούς τους θεσμούς.

Στα τέλη Αυγούστου του 1897, ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του «Το εβραϊκό κράτος», ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τίοντορ Χερτσλ συγκαλεί στη Βασιλεία, στην Ελβετία, το πρώτο σιωνιστικό συνέδριο, στο οποίο συμμετέχουν κάπου 200 εκπρόσωποι, προερχόμενοι στην πλειονότητά τους από την ανατολική Ευρώπη και κυρίως από τη Ρωσία.

«Ο σιωνισμός φιλοδοξεί να δημιουργήσει, για τον εβραϊκό λαό, μια εστία στην Παλαιστίνη την οποία θα εγγυάται το δημόσιο δίκαιο», διακηρύττει το συνέδριο.

Το συνέδριο θέλει ιδίως να ενθαρρύνει «τον αποικισμό της Παλαιστίνης από εβραίους αγρότες, εργάτες και τεχνίτες», να ενισχύσει το «εβραϊκό εθνικό αίσθημα» και να εξασφαλίσει από διάφορες κυβερνήσεις «την απαραίτητη συναίνεση για την υλοποίηση των πόθων του σιωνισμού».

Παράλληλα, ο αντισημιτισμός και τα πογκρόμ στη Ευρώπη επιτάχυναν την άφιξη των Εβραίων στην Παλαιστίνη: ήταν 47.000 στο 1895 έναντι 24.000 το 1882.

Από αραβικής πλευράς, μετά τις διαμαρτυρίες παραγόντων της Ιερουσαλήμ, οι πρώτες πολιτικές οργανώσεις  για να αγωνιστούν κατά του σιωνισμού δημιουργήθηκαν το 1911 στη Χάιφα και στη Γιάφα.

Τα βρετανικά συμφέροντα

Στα τέλη του 1915, η Γαλλία και η Βρετανία συζητούν έναν διαμοιρασμό των αραβικών εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα βρετανοί απεσταλμένοι διαπραγματεύονται με τον Χουσεΐν, σαρίφη της Μέκκας, τον οποίο δελεάζουν με το όνειρο της αραβικής ανεξαρτησίας.

Το 1916, ο βρετανός σερ Μαρκ Σάικς και ο γάλλος Φρανσουά Ζορζ-Πικό αποφασίζουν να θέσουν την Παλαιστίνη υπό διεθνή διοίκηση, στο πλαίσιο ενός μελλοντικού διαμοιρασμού, μεταξύ των χωρών τους, των αραβικών επαρχιών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Όμως η Βρετανία δεν περιορίζεται σε αυτήν τη διεθνοποίηση, ακόμη κι αν αποκτά τον άμεσο έλεγχο των λιμανιών της Χάιφα και του Αγίου Ιωάννη της Άκρας. Θέλει να κατευθύνει προς όφελός της τις σιωνιστικές φιλοδοξίες και θεωρεί πως η αναγνώριση μιας «εβραϊκής εθνικής εστίας» μπορεί να την εξυπηρετεί προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά του, το σιωνιστικό κίνημα ξεκινά διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση. Το βοηθά ο διορισμός στο Φόρεϊν Όφις, στα τέλη του 1916, του Άρθουρ Μπάλφουρ, που βλέπει με συμπάθεια την εβραϊκή υπόθεση.

Μια απλή φράση

Στις 2 Νοεμβρίου 1917 λοιπόν, ο Άρθουρ Μπάλφουρ απευθύνει στον λόρδο Γουόλτερ Ρόθτσιλιντ, ύπατο εκπρόσωπο της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, δακτυλογραφημένη επιστολή εγκεκριμένη από το υπουργικό συμβούλιο, με την οποία του ζητά να γνωστοποιήσει στη σιωνιστική Ομοσπονδία πως:

«Η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας είναι ευνοϊκά διακείμενη στην ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό και θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διευκολύνει την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, νοουμένου ότι τίποτα δεν θα γίνει που να μπορεί να πλήξει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη, ή τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εβραίοι στις υπόλοιπες χώρες».

Αυτή η απλή φράση αποτελεί μια μεγάλη νίκη για τον Χάιμ Βάιτσμαν, επικεφαλής των σιωνιστών της Βρετανίας και μελλοντικό πρώτο πρόεδρο του Ισραήλ, ο οποίος κατηύθυνε όλες τις προσπάθειές του προς την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι οι Βρετανοί μοίραζαν εδάφη που δεν τους ανήκαν· το πρόβλημα ήταν ότι δύο χρόνια νωρίτερα είχαν «προσφέρει» τα ίδια ακριβώς εδάφη και στους Αραβες, προκειμένου να τους προσεταιρισθούν στον αγώνα εναντίον των Τούρκων.

Βέβαια, στη Μέση Ανατολή, οι Άραβες ποτέ δεν ρωτήθηκαν για τη διακήρυξη αυτή, ούτε καν ενημερώθηκαν για την ύπαρξή της. Κι όμως, το 1917 οι Εβραίοι αποτελούσαν μόλις το 7% του πληθυσμού της Παλαιστίνης.

Έτσι, οι πρώτες διαδηλώσεις κατά της διακήρυξης Μπάλφουρ πραγματοποιούνται τον Φεβρουάριο του 1920 στην Ιερουσαλήμ, στη Γιάφα και στη Χάιφα.

Η γέννηση του κράτους του Ισραήλ

Τον Απρίλιο του 1920, η διάσκεψη του Σαν Ρέμο αναθέτει στο Λονδίνο την εντολή για την Παλαιστίνη. Σύμφωνα με το κείμενο της εντολής αυτής, που εγκρίθηκε οριστικά το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών, η Βρετανία «θα αναλάβει την ευθύνη να δημιουργήσει στη χώρα μια πολιτική, διοικητική και οικονομική κατάσταση που θα εξασφαλίσει την εγκαθίδρυση μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό». Είναι μια τεράστια επιτυχία για τους σιωνιστές.

Το 1936 ξέσπασε η λεγόμενη «Αραβική Εξέγερση», που στρεφόταν τόσο εναντίον των Βρετανών όσο και των Εβραίων κατοίκων της Παλαιστίνης.

Με την άνοδο του ναζισμού και μετά το Ολοκαύτωμα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη αποκτά αξιοσημείωτη έκταση ενώ μυστικές ένοπλες σιωνιστικές ομάδες επιταχύνουν την πίεση.

Την ίδια περίοδο, η υποχώρηση της βρετανικής ισχύος ανά την υφήλιο έμελλε να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αντιμέτωπη με τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που της κληροδότησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Εργατική κυβέρνηση του Κλέμεντ Ατλι δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει άθικτη την αχανή βρετανική αυτοκρατορία, ιδιαίτερα μάλιστα όταν το αίτημα των αποικιακών λαών για ελευθερία έβρισκε θετική ανταπόκριση και από τις δύο νέες υπερδυνάμεις: τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ενωση. Ετσι, το 1946, οι Βρετανοί αποχώρησαν από την Ιορδανία, ενώ το καλοκαίρι του επόμενου έτους θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν ακόμα και την Ινδία.

Η εξασθένηση της Βρετανίας κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σε συνδυασμό με την αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εβραϊκές παραστρατιωτικές οργανώσεις (όπως η Χαγκανά, η Ιργκούν κ.ά.), οδήγησαν το Λονδίνο στην απόφαση να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη.

Πράγματι, τον Φεβρουάριο του 1947, η Βρετανία ζήτησε από τον νεοσύστατο Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών να αποφανθεί σχετικά με την τύχη της Παλαιστίνης που, μετά την αποχώρηση των Γάλλων από τη Συρία και τον Λίβανο, αποτελούσε την τελευταία δυτική «εντολή» στη Μέση Ανατολή. Τον Μάιο του ίδιου έτους, ο ΟΗΕ συγκρότησε ειδική επιτροπή η οποία, αφού μελέτησε διεξοδικά την κατάσταση έτσι όπως είχε διαμορφωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υπέβαλε δύο σχέδια για το μέλλον της Παλαιστίνης: το πρώτο σχέδιο, που συντάχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, εισηγείτο τη διαίρεση της Παλαιστίνης με τη δημιουργία ενός εβραϊκού και ενός αραβικού κράτους. Αντίθετα, το σχέδιο της μειοψηφίας προέκρινε την ομοσπονδιακή ένωση των δύο κρατών και την άσκηση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε την πρόταση της πλειοψηφίας, ενώ οι Αραβες απέρριψαν και τα δύο σχέδια. Ετσι, στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση ΟΗΕ με 33 ψήφους υπέρ, 13 κατά (μεταξύ αυτών και της Ελλάδος) και 10 αποχές ψήφισε το σχέδιο διαχωρισμού της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, το εβραϊκό και το αραβικό, με την πόλη των Ιεροσολύμων υπό ειδικό διμερές καθεστώς ως corpus separatum.

Στις 14 Μαΐου του 1948, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ αμέσως μετά το τέλος της βρετανικής εντολής στην Παλαιστίνη – η 15η Μαΐου έχει καταγραφεί δε από τους Παλαιστίνιους ως η «Νάκμπα», η Καταστροφή, καθώς βλέπουν να εγκαθιδρύεται στην ιστορική Παλαιστίνη το εβραϊκό κράτος.

Ο αραβικός κόσμος, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ σε μια περιοχή που πίστευε ότι του ανήκε, αλλά είχε δοθεί στους Εβραίους από τη Δύση ως «αποζημίωση» για το Ολοκαύτωμα. Στις 15 Μαΐου, μία μόλις ημέρα μετά την ανακήρυξη της ίδρυσης του Ισραήλ, στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Ιράκ και της Συρίας επιτέθηκαν εναντίον του νεοσύστατου κράτους. Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε μόλις ξεκινήσει…

Η στάση της Ελλάδας

Η Ελλάδα ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που το 1947 ψήφισε εναντίον της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Όπως εξηγεί ο Μανόλης Κούμας, καθηγητής Ιστορίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, οι παραδοσιακοί δεσμοί με τον αραβικό κόσμο, τα γενικότερα συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, καθώς και ο φόβος αντιποίνων εις βάρος της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας, οδήγησαν την κυβέρνηση Σοφούλη στην απόφαση να αντιταχθεί στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ.

Αν και τον Μάρτιο του 1949 η Ελλάδα αναγνώρισε de facto το Ισραήλ, οι σχέσεις των Αθηνών με την Ιερουσαλήμ δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως παρά μόνο το 1990, όταν η ελληνική πλευρά, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, προχώρησε στην de jure αναγνώριση του ισραηλινού κράτους, θέτοντας τις βάσεις για τη σημερινή συνεργασία των δύο κρατών. Πρώτη επίσημη επίσκεψη ισραηλινού προέδρου στη χώρα μας είχαμε μόλις τον Φεβρουάριο του 2006, όταν λίγες ώρες μετά την ανάθεση καθηκόντων υπουργού των Εξωτερικών στην Ντόρα Μπακογιάννη, η τελευταία υποδεχόταν τον πρόεδρο του Ισραήλ τιμώντας τον ως επίτιμο δημότη της πόλεως των Αθηνών υπό την ιδιότητά της ως δημάρχου.

πηγή: tvxs