«Μα τί, παραλογίζομαι, ε και λοιπόν ; Τι άλλο μπορώ να κάνω τώρα που η μοναξιά με καταπίνει και τριγυρνάω σαν ξένο φάντασμα στο βασίλειο με τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων; Δεν ντρέπομαι να σας ομολογήσω πως μου ’τυχε να ’μαι χαρούμενος στα σιχαμερά ερείπια, πάνω στα σκουπίδια αυτού του καταραμένου κοπρόλακκου, ναι, ήμουνα ευτυχισμένος στο Σιντί Μουμέν, τον τόπο μου. […] Η Τζιχάντ ήταν η μόνη μας σωτηρία. Ο Θεός μας το ζητούσε. Ήταν γραμμένο με ανεξίτηλα γράμματα στο βιβλίο των βιβλίων. […] Ο Φουάντ δεν μπόρεσε να μη δεχτεί την πρόσκληση του εμίρη Αμπού Ζουμπέιρ. Ήταν τιμή γι’ αυτόν. Να λάβεις τον τίτλο του μάρτυρα μαζί με τα κλειδιά του παραδείσου, δεν μπορούσε ο καθένας να το αποκτήσει. […] Πήγαμε μαζί στο λουτρό. Πλυθήκαμε και ξυρίσαμε προσεκτικά το σώμα μας. Ετοιμαζόμαστε για το θάνατο όπως για γαμήλια τελετή».Ο ΓΙΑΣΙΝ αφηγείται πως μεγάλωσε γρήγορα και πέθανε ακόμη πιο γρήγορα στο Σιντί Μουμέν, στην άκρη της πόλης της Καζαμπλάνκας, μαζί με τα έξι αδέρφια του, τη μητέρα του, που κάθε μέρα είχε να τα βγάλει πέρα με τη φτώχεια και τα ζωύφια και με έναν πατέρα πρώην εργάτη, χαμένο στη σιωπή και τις προσευχές. Η επίγεια κόλαση του τόπου του αναδίδει οσμές από τις χωματερές που έγιναν γήπεδα για ποδόσφαιρο, από το χασίσι και την κόλλα που σνιφάρεται, εικόνες από τις απαγορευμένες βουτιές στο αποξηραμένο ποτάμι και από τα γκαράζ των ξεχαρβαλωμένων μοτοποδηλάτων. Όταν λοιπόν τους υπόσχονται ότι ο παράδεισος βρίσκεται στην απέναντι πόρτα, τί έχουν να χάσουν ο Γιασίν και οι «φτωχοί » φίλοι του ; Μυθιστόρημα τραγικό, που ρίχνει φως στο συγκλονιστικό παρόν μας, γεμάτο άσχημες φάρσες και σιωπηλά δράματα, περιπλανήσεις και σκόνη, αδελφότητες και προδοσίες.