Μεγάλωσα σε μια Ευρώπη βεβαιοτήτων που συναγωνίζονταν η μία την άλλη. Η μία προέβλεπε πως θα παραπαίαμε για πάντα στα πρόθυρα μιας πυρηνικής ανάφλεξης με τη Σοβιετική Ένωση. Η άλλη ότι, αν καταφέρναμε να αποφύγουμε τη σίγουρη αμοιβαία καταστροφή, η δημοκρατία και η αγορά θα εγγυούνταν την ευημερία. Κάθε γενιά θα ήταν πιο πλούσια από την προηγούμενη.

Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η δεύτερη από αυτές τις βεβαιότητες βοήθησε να νοθευτεί η πρώτη. Ο κομμουνισμός κατέρρευσε από την οικονομική αποτυχία. Τα «κουστούμια» με τις λιμουζίνες Zil -θυμάστε τον Γιούρι Αντρόποφ;- μπορούσαν να αντιστοιχήσουν τους αμερικανικούς θερμοπυρηνικούς πυραύλους με δικούς τους. Εκείνοι που είχαν φυλακιστεί πίσω από ένα τείχος, όμως, άρχισαν να παρατηρούν ότι το δυτικό μοντέλο παρήγαγε μια κάπως καλύτερη ζωή.

Στις δημοκρατίες της Ευρώπης, ο ψυχρός πόλεμος προσέφερε έναν κοινό σκοπό και ένα άλλοθι. Ο αγώνας ενάντια στον κομμουνισμό ήταν δικαιολογία για να εθελοτυφλούν μπροστά στους πολλούς πολέμους, δι’ αντιπροσώπων, της Ουάσινγκτον και της Μόσχας στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Μόλις κατέρρευσε η σοβιετική αυτοκρατορία, φαινόταν αυταπόδεικτο πως ο ευρύτερος κόσμος θα υιοθετούσε το μοντέλο της Ευρώπης.

Αυτό ήταν μόνο 25 χρόνια πριν, πάνω κάτω. Σήμερα η υπόσχεση της αδιάκοπης προόδου δείχνει αισθητά ετοιμόρροπη. Κάποιοι αποδίδουν την ευθύνη στις μετατοπίσεις της παγκόσμιας ισχύος -η εξισορρόπηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, σημαίνει πως τα κράτη που ισχυροποιούνται θέτουν τώρα τους όρους της παγκοσμιοποίησης. Αλλά, όπως συνέβη και με τον σοβιετικό κομμουνισμό, ο μεγάλος κίνδυνος είναι εσωτερικός. Η Κίνα δεν θα ανατρέψει την ευρωπαϊκή δημοκρατία. Η Ευρώπη θα μπορούσε.

Η πειστική εξήγηση για την αυξανόμενη αίσθηση παραπόνου και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στην παλαιά πολιτική τάξη, μπορεί να βρεθεί στις δημοσκοπήσεις που ρωτούν τον κόσμο αν αναμένει καλύτερη ζωή για τα παιδιά του. Οι ψηφοφόροι είναι πλέον πιο πιθανό να απαντήσουν «όχι» απ’ ότι «ναι». Η πορεία προς την πρόοδο, υποθέτουν, έχει λάβει τέλος.

Όταν φτάνεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, το παρόν γίνεται πολύ πιο σκοτεινό μέρος. Γιατί να υπομείνεις τις δυσκολίες και τις αδικίες του «εδώ και τώρα», αν το μέλλον και πάλι θα είναι ζοφερό; Ο πόνος γίνεται πιο οξύς, όταν μια μικρή μειοψηφία μπορεί πράγματι να αφήσει μεγάλη δύναμη και πλούτο στα παιδιά της.

Αυτή η βύθιση στον πεσιμισμό είναι εν μέρει κυκλική, μια αντανάκλαση δυσκολιών σχεδόν μίας δεκαετίας μετά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κραχ. Βάσει αυτής της μέτρησης -και από αυτό κρατιούνται οι αισιόδοξοι- μια αξιοπρεπής περίοδος οικονομικής ανάπτυξης και αυξανόμενων εισοδημάτων θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Η ευρωζώνη αναπτύσσεται ξανά και η ανεργία υποχωρεί.

Άλλη ανάλυση παρατηρεί πως τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής τεχνολογίας είχαν στρεβλωθεί ακραία πολύ πριν την πτώση της Lehman Brothers. Οι μέσοι μισθοί ήταν στάσιμοι και οι τραπεζίτες γέμιζαν τις τσέπες τους από τη δεκαετία του 1990. Συνυπολογίστε και την πολιτιστική ανατάραξη της αυξανόμενης μετανάστευσης και η πόρτα άνοιγε για να διασπείρουν οι λαϊκιστές την οργή στη θέση των χαμένων ελπίδων. Οι ελίτ μετά βίας έσωζαν τους εαυτούς τους.

Άλλοι θα εξακολουθήσουν να σας λένε πως αντιμετωπίζουμε μια υπαρξιακή κρίση που θα οδηγήσει σε εξάλειψη της δημοκρατίας από την απολυταρχική εκδοχή του «κρατικού καπιταλισμού». Κατά την άποψή μου, έχουμε ξαναβρεθεί εδώ που είμαστε.

Το μάθημα που άντλησαν οι μεταπολεμικοί πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης από την κοινωνική κατάρρευση του 1930 ήταν ότι μια παρατεταμένη ισορροπία μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού έγινε θρύψαλα από τις υπερβολές της αγοράς. Οι πολίτες δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν ένα μοντέλο αγοράς που προσέφερε όλα τα οφέλη στις ελίτ και επέβαλε τα κόστη στους φτωχούς.

Στις ΗΠΑ, ο τότε πρόεδρος Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούζβελτ, ανταποκρίθηκε με το «New Deal». Η Ευρώπη περίμενε μέχρι η ήπειρος να διαλυθεί το 1945, πριν οικοδομήσει αυτό που οι Βρετανοί ονόμασαν «κράτος πρόνοιας» και οι κυβερνήσεις της ηπείρου αποκάλεσαν «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Επιβράβευση ήταν η οικονομική ευημερία και η πολιτική σταθερότητα.

Η σημερινή γενιά πολιτικών θα έπρεπε να μάθει από την εμπειρία. Η υπεράσπιση ενός status quo που είναι πρόδηλα άδικο στην κατανομή του πλούτου και στις ευκαιρίες, εξυπηρετεί μόνο στο να βάλει όπλα στα χέρια των λαϊκιστών. Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης απαιτεί οι πολιτικοί ηγέτες να επινοήσουν από την αρχή τη σχέση της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό, για να την καταστήσουν κατάλληλη σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογία δημιουργούν βαθιές οικονομικές ανασφάλειες.

Υπέργηροι σοσιαλιστές όπως ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ο Βρετανός ηγέτης του Εργατικού κόμματος, δεν έχουν καμιά καλύτερη απάντηση από αυτή που παρουσίασε η ξενοφοβική αριστερά ηγετών όπως η Μαρίν Λεπέν του Εθνικού Μετώπου. Ο εθνικός σοσιαλισμός δοκιμάστηκε έως ότου καταστράφηκε. Αλλά, τώρα όπως και μετά το 1945, τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού πρέπει να αλλάξουν.

Στν απλούστερή της μορφή η παγίωση της εμπιστοσύνης έχει να κάνει με τη συμπεριφορά. Οι ελίτ του σήμερα θα έπρεπε απλά να αναρωτηθούν πότε έγινε αποδεκτό οι πολιτικοί να περνάνε απευθείας από το δημόσιο αξίωμα σε ένα εταιρικό συμβούλιο, οι κεντρικοί τραπεζίτες να πουλάνε τον εαυτό τους στις αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες και οι επιχειρηματικοί ηγέτες να κόβουν στον εαυτό τους ό,τι μισθό θέλουν.

Eνας τρόπος για να αρχίσουμε να ξαναχαράξουμε τα όρια θα ήταν να ελέγξουμε τα μεγάλα εταιρικά μονοπώλια που απέφυγαν τη δημιουργία πλούτου και στράφηκαν στην αναζητήση προσόδων (rent seeking). Να υποχρεώσουμε τα ψηφιακά μεγαθήρια, όπως η Google και η Apple, να πληρώνουν περισσότερα από τα συμβολικά ποσά για φόρους. Να διασφαλίσουμε ότι η μετανάστευση δεν θα μειώσει τους μισθούς και να θέσουμε σε εφαρμογή αξιόλογα εκπαιδευτικά προγράμματα παράλληλα με τις ευέλικτες αγορές εργασίας.

Πολλοί Ευρωπαίοι είναι οργισμένοι, άλλοι φοβούνται. Δεν αισθάνομαι ότι θέλουν επανάσταση. Μόνο μια πιο δίκαιη ισορροπία και μια αίσθηση πως οι mainstream πολιτικοί είναι τουλάχιστον με το μέρος τους. Θα μπορούσατε να πείτε πως αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια οικονομία κοινωνικής αγοράς.

πηγή: euro2day, Financial Times