I. Οπως είναι γνωστό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής κατέθεσε πρόταση νόμου στη Βουλή, που προβλέπει την υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας να εφαρμόζει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Πέρα από την αυτονόητη αυτή υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας και ανεξαρτήτως άλλου λόγου, ωστόσο ασκείται και πίεση εκ μέρους του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την απειλή επιβολής προστίμων.

Αιτία, το γεγονός ότι η ελληνική νομοθεσία (Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας) δεν προβλέπει την εκ νέου εκδίκαση υποθέσεων της Τουρκικής Ενωσης Ξάνθης και οι οποίες αποφάσεις υποχρεώνουν την ελληνική πολιτεία να δεχτεί τον νομικό αυτοπροσδιορισμό της συλλογικότητας αυτής και να αναγνωριστεί το καταστατικό σύστασης σωματείου με την επωνυμία αυτή, εξ αιτίας του γεγονότος ότι τα ελληνικά δικαστήρια και τελικώς ο Αρειος Πάγος αρνήθηκαν τη νομιμότητα του αιτήματος αυτού (4/2005 Ολομελείας και 3053/2012 Δ’ Τμήματος).

ΙΙ. Πρόκειται για σκόπιμη επιλογή πολλών ετών της ελληνικής πολιτείας να μη θεσμοθετήσει τη δυνατότητα Ελλήνων πολιτών να επαναφέρουν προς νέα κρίση -ειδικότερα στον κλάδο πολιτικής δικαιοδοσίας (πολιτικά δικαστήρια)- υποθέσεις τους που είχαν απορριφθεί από τα ελληνικά δικαστήρια και, στη συνέχεια, προσφυγές τους κατά της ελληνικής πολιτείας έγιναν δεκτές από το ΕΔΔΑ.

Η σκόπιμη αυτή επιλογή των κυβερνήσεων της χώρας ως μικροπολιτική πονηριά και μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι από τους τρεις κλάδους δικαιοδοσίας, στον ποινικό (ποινικά δικαστήρια) και στον διοικητικό (διοικητικά δικαστήρια) προβλέπεται ότι αν γίνει δεκτή η προσφυγή Ελληνα πολίτη από το ΕΔΔΑ, αυτός, αν είναι κατηγορούμενος, μπορεί να ζητήσει επανάληψη διαδικασίας για νέα κρίση στα ποινικά δικαστήρια (525 άρθρο ΚΠΔ), στα διοικητικά δε δικαστήρια μπορούν να ζητήσουν επανάληψη διαδικασίας (105Α ΚΔΔ) όσοι διετέλεσαν αρχικώς διάδικοι ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και κατ’ αναλογική σειρά και του ΕΔΔΑ.

Για τον κλάδο όμως πολιτικής δικαιοδοσίας (πολιτικά δικαστήρια) δεν προβλέπεται η ίδια δυνατότητα, με συνέπεια διάδικοι που δικαιώθηκαν από το ΕΔΔΑ, να μην μπορούν να επανέλθουν με τη μορφή κατά βάση της αναψηλάφησης (544 άρθρο ΚΠολΔ) ή με την ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης (άρθ. 758 ΚΠολΔ) στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (έγκριση καταστατικού σωματείων κ.ά.), με τη σκοπιμότητα ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα αποκτούσαν οι διάδικοι ακόμα μία δυνατότητα να κριθεί η υπόθεσή τους υπό το φως της δικαίωσής τους από το ΕΔΔΑ και σε περίπτωση ευδοκίμησης μετά τη νέα εκδίκαση της υπόθεσης, θα υποχρεωνόταν το Δημόσιο ή και ιδιώτες -εργοδότες κυρίως– για την οικονομική –και όχι μόνο– δικαίωση όσων αρχικώς είχε κριθεί αβάσιμη η όποια ένδικη απαίτησή τους.

Και ιδού ένα αποτέλεσμα «της αυτοψίας» για τις περιπτώσεις αυτές:

Από δύο αδέρφια, ο πρώτος εργάζεται στο Δημόσιο ή ΝΠΔΔ με σχέση δημοσίου δικαίου και επειδή δεν ευδοκίμησαν οι ένδικες ενέργειές του ενώπιον των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων, προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, από το οποίο δικαιώθηκε, στη συνέχεια όμως αυτός, εφόσον είχε τη δυνατότητα, επανήλθε για επανάληψη της διαδικασίας και κρίθηκε η υπόθεσή του ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

Αντιθέτως, ο δεύτερος αδερφός, ο οποίος εργάζεται στον ίδιο, όπως και ο αδελφός του, φορέα, πλην όμως με σχέση ιδιωτικού δικαίου, επειδή ομοίως δεν ευδοκίμησε η υπόθεσή του ενώπιον των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, με ίδιο, όπως και του αδελφού του, αίτημα, προσέφυγε και αυτός στο ΕΔΔΑ, από το οποίο δικαιώθηκε, αλλά όμως δεν προβλέπεται και γι’ αυτόν η δυνατότητα να επανεξεταστεί η υπόθεσή του στα όρια αναψηλάφησης της δίκης ή αξιοποίησης άλλης δικονομικής διάταξης.

ΙΙΙ. Ωστόσο η πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης έχει περιορισμένο εύρος, για λόγους που τους υποθέτω, αφορά δε μόνο την υπόθεση αναγνώρισης σωματείων και άσκησης ατομικού δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, που οριοθετείται από το άρθρο 12 του Συντάγματος αλλά και το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, με το οποίο κρίθηκε από το ΕΔΔΑ η παραπάνω υπόθεση των Ελλήνων πολιτών της Ξάνθης ή και σε όμοιες περιπτώσεις άλλων υπό σύσταση φορέων.

Ως προς αυτή την πρόταση νόμου η Νέα Δημοκρατία και οι ΑΝ.ΕΛΛ. δήλωναν πριν ψηφιστεί από τη Βουλή ότι δεν τη δέχονται, το δε ΠΑΣΟΚ δήλωσε κατά την πρώτη συζήτηση της πρότασης στη Βουλή ότι δεν την ψηφίζει, με την πρόφαση –ταυτισμένη κατ’ αποτέλεσμα με την όμοια επιλογή της Ν.Δ.– ότι δεν την ψήφισαν και οι ΑΝ.ΕΛΛ.

Ετσι, τα ελληνικά αυτά κόμματα απαξιώνουν τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, παρά τις συνεχείς και επηρμένες δηλώσεις τους για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους.

Η συμπεριφορά αυτή του ΠΑΣΟΚ ειδικότερα φαντάζομαι ότι έφερε σε δύσκολη θέση ή δημιούργησε ιδιαίτερη δυσαρέσκεια σε νομικούς επιστήμονες που το στηρίζουν, στην εξέλιξη μάλιστα της διαδικασίας για τη δημιουργία του νέου πολιτικού φορέα της Κεντροαριστεράς.

Οσο για τους διάφορους δημοσιολόγους που από πρωίας μέχρι νυκτός για «Δύση και διαφωτισμό» γράφουν ή μιλούν, ή για εθνικολαϊκισμό άλλους καταγγέλλουν, δεν τους πολυάκουσα ή δεν τους είδα –μπορεί και να υπήρξαν μια-δυο εξαιρέσεις, όπως υπήρξαν όμως και αντίθετοι, που επαινούσαν το ΠΑΣΟΚ για τη στάση του αυτή!

Οσο για τη «Δύση και τον διαφωτισμό» ας μένουν προς το παρόν. Προηγούνται άλλες σκοπιμότητες.

Καταγράφεται ωστόσο ως σημαντική η στάση της ΔΗΜΑΡ και η διαφοροποίησή της από το ΠΑΣΟΚ –ως προς το ζήτημα αυτό και όχι μόνο– αλλά και του Ποταμιού.

IV. Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι και τον Μάρτιο 2013 ένας άλλος υπουργός Δικαιοσύνης κατέθεσε προς ψήφιση στη Βουλή όμοια –αλλά με ευρύτερο, όπως παραπάνω οριοθετείται, περιεχόμενο– πρόταση, ψηφίστηκε δε αυτή από τη ΔΗΜΑΡ και τον ΣΥΡΙΖΑ, καταψηφίστηκε από τη Ν.Δ., τους ΑΝ.ΕΛΛ., το δε ΠΑΣΟΚ ψήφισε «παρών» και το ΚΚΕ είπε τα γνωστά περί εθνικής κυριαρχίας.

Αυτά, με την ελπίδα ότι τα κόμματα της άρνησης θα αλλάξουν στάση και θα φανούν συνεπή προς τις περί ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του σεβασμού των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων δηλώσεις τους.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών