Η Καταλονία είναι πολύ πλούσια και, όπως μας έχει διδάξει η Ιστορία, τις πλούσιες περιοχές πλιατσικολογούν τα «κοράκια» της εξουσίας.

Κάποια στιγμή στο τοπικό πολιτικό προσκήνιο εμφανίστηκε και ο μέγας (για τους Καταλάνους) ηγέτης Ζόρντι Πουγιόλ, ο οποίος έγινε σχεδόν ισόβιος πρωθυπουργός της Καταλονίας.

Μία από τις πρώτες κινήσεις του ήταν να συσπειρώσει τους εθνικιστές υπέρ της ανεξαρτησίας και με την απειλή της «επανάστασης» να πιέζει τη Μαδρίτη για μεγαλύτερο έλεγχο από την τοπική κυβέρνηση σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, με πρώτο ζητούμενο την απόλυτη ελευθερία στη διαχείριση των οικονομικών (σημ. τα χρήματα από φόρους πηγαίνουν στην κεντρική κυβέρνηση και αυτά που γυρίζουν στις τοπικές κυβερνήσεις δεν τα αποκαλύπτει κανένας).

Kι εδώ αρχίζει το μεγάλο φαγοπότι. Για παράδειγμα: όποιος ήθελε να κάνει δουλειά ή να πάρει δημόσιο έργο έπρεπε να πληρώσει στους τοπικούς άρχοντες 3% αν ήταν φίλος. Το ποσοστό ανέβαινε για τους πιο «μακρινούς».

Ολη η οικογένεια του Πουγιόλ ανακατεύτηκε σε απευθείας αναθέσεις έργων σε φίλους ή χρηματοδοτήθηκε από τράπεζες για να κάνει «δουλειές». Ο γιος του βρίσκεται σήμερα στη φυλακή.

Κάποια στιγμή η ευρωπαϊκή κρίση χτύπησε την πόρτα και στην Καταλονία και τα ταμεία της ήταν άδεια από το φαγοπότι.

Η τοπική κυβέρνηση ξεκίνησε περικοπές σχεδόν παντού και για να δικαιολογηθεί άρχισε να κατηγορεί την κεντρική κυβέρνηση ότι τρώει τα λεφτά της και δεν τα επιστέφει (η πραγματικότητα είναι ότι η Καταλονία είναι καταχρεωμένη στην κεντρική κυβέρνηση).

Κανείς όμως δεν τολμούσε να τα βάλει με τον Πουγιόλ, καθώς όλοι είχαν τη φωλιά τους λερωμένη. Κάποια στιγμή, όταν τον στρίμωξαν στο δικαστήριο, εκνευρίστηκε και απάντησε «αν πέσει αυτό το κλαρί, θα πέσουν όλα τα κλαριά του δέντρου».

Η σημερινή τοπική κυβέρνηση αποτελείται από έναν συνασπισμό κομμάτων τα οποία επέλεξαν τον Πουτζντεμόν για πρωθυπουργό. Αυτός ανήκει στο κόμμα του Πουζόλ κι ενώ ήταν 4ος ή 5ος στη σειρά, επιλέχτηκε ως ο πιο «διαχειρίσιμος».

Αν ρωτήσεις τους αρχηγούς των κομμάτων που σχημάτισαν κυβέρνηση συνασπισμού για το πώς φαντάζονται την ανεξαρτησία, θα πάρεις εντελώς διαφορετικές απαντήσεις.

Οι αναρχικοί του CUP θέλουν μια χώρα ανεξάρτητη, αλλά χωρίς αρχές, όπου ο καθένας θα σέβεται τον συμπολίτη του.

Οι αριστεροί του Οριόλ Ζουνκέρας θέλουν μια χώρα ανεξάρτητη χωρίς καμία σχέση με την Ισπανία.

Το κόμμα του Πουτζντεμόν θέλει μια χώρα μέσα στην Ισπανία, αλλά εντελώς αυτόνομη και χωρίς έλεγχο από την κεντρική κυβέρνηση.

Αν ρωτήσεις τους απλούς Καταλάνους σίγουρα θα πάρεις περισσότερες εκδοχές, με πιο σίγουρη το αόριστο «να μη μας τρώνε τα λεφτά οι Ισπανοί».

Ενώ επίκειται η μονομερής κήρυξη της ανεξαρτησίας, κανείς δεν ξέρει αν υπάρχει σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Οι αυτονομιστές βρήκαν απέναντί τους τον Ραχόι που, αντί όπως είπε ένας φίλος «την ημέρα του δημοψηφίσματος να φάει μια παέγια και την επομένη να τους πάει στο Συνταγματικό Δικαστήριο», επέλεξε τη βίαιη καταστολή.

Με αυτό τον τρόπο ενδυνάμωσε ένα κίνημα που δεν είχε νομική υπόσταση.

Το τι θα γίνει από δω και πέρα μόνο να το μαντέψει μπορεί κανείς. Γνώμη μου πάντως είναι ότι όλο το κίνημα της αυτονομίας δεν έχει καμία σχέση με λαϊκή απαίτηση (η οποία προ καταστολής ήταν στο 36-38%).

Πρόκειται για πολιτικά παιχνίδια που σχετίζονται με ασυλίες, παραγραφές αδικημάτων και συνέχεια της «μάσας».

Ηδη πρέπει να γίνονται διαβουλεύσεις και συμφωνίες κάτω από το τραπέζι. Πάντως οι 844 που πλήρωσαν με αίμα τα πολιτικά παιχνίδια θα ήθελαν απαντήσεις.

*Ιδιωτικός υπάλληλος, κάτοικος Καταλονίας

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών