πρόσφατες εκλογές στη Γερμανία επανέφεραν στο προσκήνιο μια παλιά συζήτηση για το πρόβλημα «Γερμανία». Στον εικοστό αιώνα η χώρα αυτή αναδείχτηκε, δύο φορές, ως η κατεξοχήν καταστρεπτική δύναμη της Ευρώπης.

Στη μεταπολεμική εποχή μπήκε σε μια διαδικασία δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης, και η διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν μέρος αυτού του προγράμματος.

Αποτέλεσμα, η πολιτική σταθερότητα δεκαετιών, πριν και μετά το 1989, με σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων σε ώριμες και γενικότερα αποδεκτές θέσεις. Οι πρόσφατες εκλογές, χωρίς να αποσταθεροποιούν αυτήν την πορεία, δείχνουν τα όριά της.

Δεν πρόκειται μόνο για την άνοδο της Αλτερνατίβας, που δημιουργήθηκε πάνω στη βάση της δίδυμης αντίθεσης στα bail out της Ελλάδας και του Νότου και στην είσοδο των μεταναστών, και στεγάζει νοσταλγούς του ναζισμού. Και το Κόμμα των Φιλελευθέρων ανέβηκε με ένα πρόγραμμα οικονομικού εθνικισμού και ευρωσκεπτικισμού.

Η άνοδος αυτών των δυνάμεων δεν αντανακλά μόνο το 23,2% του εκλογικού σώματος. Εχει δυναμική αλληλοτροφοδότησης με το υπερσυντηρητικό Χριστιανοσοσιαλιστικό Κόμμα της Βαυαρίας, κριτικό στην ευρωπαϊκή πολιτική της καγκελαρίου. Η νέα κυβέρνηση επομένως θα έχει μεγαλύτερους περιορισμούς και λιγότερες ευχέρειες για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το βάρος των προβλημάτων αυτών πολλαπλασιάζεται από το οικονομικό βάρος της χώρας.

Σήμερα η Γερμανία είναι, σε απόσταση από τις άλλες μεγάλες χώρες, η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ευρώπης, αλλά και η μόνη μεγάλη δύναμη στον δυτικό κόσμο με θετικό ισοζύγιο πληρωμών (των ΗΠΑ είναι αρνητικό).

Το οικονομικό μέγεθος αλλά και η δυναμική της γερμανικής βιομηχανίας αλλάζουν το μαγνητικό πεδίο της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ενώ δηλαδή οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν μετά το Μάαστριχτ, το 1992, δεν άλλαξαν, εν τούτοις άλλαξε σιωπηρά ο συσχετισμός δυνάμεων. Η Ε.Ε. δεν αποτελείται πλέον από 4-5 μεγάλες χώρες, διπλάσιο αριθμό μεσαίων και άλλες τόσες μικρές χώρες, πράγμα που επιτρέπει να μιλάει κανείς για έναν αστερισμό χωρών σε αναζήτηση ενοποίησης.

Μετά την αποχώρηση και της Βρετανίας, η Ε.Ε. αποτελείται από μια μεγάλη χώρα, τη Γερμανία, η οποία έχει γύρω της δυνάμεις ποικίλου μεγέθους με τις οποίες έχει αναπτύξει διαφορετικού βαθμού συνέργειες.

Αυτή η αλλαγή του μαγνητικού πεδίου δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί με αλλαγές της θεσμικής γεωμετρίας της Ευρώπης (εκδηλώνεται προς το παρόν με ad hoc κέντρα αποφάσεων όπως λ.χ. το Eurogroup).

H Ελλάδα και η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι θεωρούνται οι αντίποδες της Ευρώπης, από την αρχή της κρίσης, βρίσκονται σε μια στενή σχέση εδώ και δύο αιώνες.

Αυτή η σχέση βασίζεται σε τέσσερις διαμορφωτικές στιγμές: Πρώτον, μέσω της βαυαροκρατίας και του πρώτου βασιλιά, η ιδέα της Ελλάδας ως πρότυπου βασιλείου είχε πλαστεί στο Μόναχο, πριν τεθεί σε εφαρμογή στην Αθήνα.

Δεύτερον, το ελληνικό εθνικό φαντασιακό και η σχέση με την Αρχαιότητα διαμορφώθηκε από τον γερμανικό κλασικισμό, κυρίαρχη ιδεολογία στη Γερμανία τον 19ο αιώνα.

Τρίτον, η γερμανική κατοχή -και όσα αλυσιδωτά πυροδότησε- υπήρξε η κατεξοχήν τραυματική εμπειρία που σφράγισε τις πολιτικές διαμάχες στον εικοστό αιώνα, με απηχήσεις ώς σήμερα.

Τέλος, ο ρόλος της Γερμανίας στο bail out της Ελλάδας, στην παρούσα κρίση, εξακολουθεί να είναι αποφασιστικός για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας (από το «πρότυπο βασίλειο» του 19ου αι. στον «πρότυπο καπιταλισμό» του 21ου).

Αυτές όμως οι τέσσερις διαμορφωτικές στιγμές έχουν δύο παραμέτρους, κοινές στις δύο χώρες. Η πρώτη παράμετρος είναι το ζήτημα της νεωτερικότητας, η δεύτερη της ευρωπαϊκής κανονικότητας.

Και η μία και η άλλη συζήτηση ήταν συνεχώς παρούσες στη διανοητική πορεία και των δύο χωρών. Το ζήτημα της Ελλάδας, ανάμεσα στο ανατολίτικο και το δυτικό στοιχείο, ή και ως ζήτημα εκσυγχρονισμού, το ζήτημα της Γερμανίας με το ερώτημα αν η Γερμανία ακολούθησε μια ιδιαίτερη πορεία (Sonderweg), η οποία συχνά την οδήγησε έξω από την ευρωπαϊκή κανονικότητα. Και οι δύο αυτές έννοιες αναμετρήθηκαν με την έννοια της «κρίσης».

Η μεσοπολεμική κρίση και ο φασισμός ήταν μια γερμανική ιδιαιτερότητα ή αποτελούσαν την κρίση της κλασικής νεωτερικότητας, δηλαδή των κανόνων και των αντιλήψεων που είχαν δημιουργηθεί έως την εποχή της μεσοπολεμικής κρίσης στη Γερμανία, κρίσης-μήτρας όλων των μετέπειτα καταστροφών;

Αντίστοιχα, στην Ελλάδα η κρίση οφείλεται στην ελλιπή ή αδύναμη νεωτερικότητα, στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «κανονική» χώρα, ή η χώρα συντρίφτηκε ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τύπους νεωτερικότητας, εκείνον που διαμορφώθηκε, έστω πάνω σε διαφορετικές τροχιές, στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, και

εκείνον που άρχισε να διαμορφώνεται από το τέλος του 20ού αιώνα, χωρίς ακόμη να έχει αποκρυσταλλωθεί ώς σήμερα;

Πιστεύω ότι και τις γερμανικές εκλογές και το μέλλον των σχέσεων Ελλάδας–Γερμανίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και το ελληνικό πρόβλημα, θα πρέπει να τα δούμε σ’ αυτή την προοπτική.

*ιστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών