Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν παρουσίασε ένα φιλόδοξο όραμα ενοποίησης της Ευρώπης, ως τον δρόμο προς τα μπρος και ως μια ασπίδα απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.

Το έκανε αυτό λίγες ημέρες μετά τις γερμανικές εκλογές, χωρίς να αποθαρρυνθεί από το μικρότερο ποσοστό της Άνγκελα Μέρκελ, το οποίο πολλοί εκτιμούν πως θα αποδυναμώσει τη γερμανική στήριξη σε πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

Εκ πρώτης όψεως, έχει γίνει πιο δύσκολο να συμβιβαστεί η πιο συλλογική προσέγγιση της Γαλλίας για τον μετριασμό των κρίσεων με την έμφαση που δίνει η Γερμανία στην αποτροπή μιας κρίσης ως ένα καθήκον των κρατών-μελών.

Ωστόσο, η εύρεση ενός βιώσιμου συμβιβασμού δεν είναι κάτι που μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη κρίση. Με την εξαίρεση της υπόσχεσης του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι να κάνει «whatever it takes» το 2012 και τις ενέσεις ρευστότητας, η Ευρώπη έχει να δείξει μόνο ανολοκλήρωτες κινήσεις προς την τραπεζική ένωση, πολύπλοκους δημοσιονομικούς κανονισμούς που επιβάλλουν τη λιτότητα κατά τη διάρκεια κρίσεων και έναν Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, η χρηματοδότηση του οποίου απαιτεί ομόφωνη στήριξη.

Ούτε υπάρχει μια κεντρική διαχείριση κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, με την κάθε επιτροπή να αυτοσχεδιάζει.

Έχουν γίνει πολλές προτάσεις για να καλυφθούν αυτά τα κενά, με κυριότερο το σχέδιο του κ. Μακρόν για έναν υπουργό Οικονομικών της ευρωζώνης. Άλλες προτάσεις, όπως αυτή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ προβλέπουν έναν ενισχυμένο ESM.

O τίτλος του υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης ακούγεται σίγουρα φανταχτερός. Αλλά για να έχει και ουσία και αρκετή στήριξη, η περιγραφή της θέσης πρέπει να απαντά σε ορισμένα ερωτήματα-κλειδιά.

Θα επιβλέπει ο υπουργός έναν ετήσιο προϋπολογισμό σε όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου ή μόνο για την παροχή τόνωσης σε υφέσεις; Θα χορηγεί δάνεια ή επιχορηγήσεις; Πώς μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος κρίσεων και κατ’ επέκταση οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις; Ποιος θα είναι ο ρόλος ενός υπουργού κατά τη διάρκεια μιας κρίσης; Το κυριότερο, μπορούν τα ερωτήματα αυτά να συμβιβαστούν με τη νέα πραγματικότητα στη Γερμανία;

Η σύντομη απάντηση είναι ναι, αλλά αυτό απαιτεί προσεκτική εξέταση.

Η κύρια αποστολή του υπουργού θα είναι να προσφέρει δημοσιονομική στήριξη μόνο σε περίπτωση μεγάλων σοκ και όχι μικρών κάμψεων, οι οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα από εθνικούς προϋπολογισμούς. Η στήριξη ας πούμε για επιδόματα ανεργίας και για προγράμματα απασχόλησης θα έχει τη μορφή επιχορήγησης και όχι δανείων, τα οποία έχουν ήδη ανεβάσει υψηλά το δημόσιο χρέος. Για τον λόγο αυτό, και την προστασία της τραπεζικής ένωσης, ο υπουργός Οικονομικών θα πρέπει να έχει την έγκριση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, το Eurogroup, να εκδίδει χρέος μέσω του ESM μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο.

Το χρέος θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί σταδιακά μέσω εθνικών συνεισφορών ή ακόμα και μέσω φόρων. Ως εκ τούτου, ο προϋπολογισμός της ευρωζώνης θα είναι μικρός τα περισσότερα χρόνια, με το χρέος να αυξάνεται κατά τη διάρκεια μιας κρίσης και να υποχωρεί καθώς αυτή εξασθενεί.

Όπως οι υπουργοί Οικονομικών των κρατών-μελών, οι αρμοδιότητες του υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης πρέπει να πηγαίνουν πέρα από τον προϋπολογισμό. Ο υπουργός θα αποτελεί ένα σημείο αναφοράς σε μια κρίση, συνεργαζόμενος με την ΕΚΤ και τον ESM. Σε αντίθεση με τον σημερινό πρόεδρο του Eurogroup, ο οποίος λειτουργεί ως επικεφαλής μιας επιτροπής, ο υπουργός θα αναπτύσσει και θα εφαρμόζει μια περιεκτική στρατηγική κατά της κρίσης.

Σε αντάλλαγμα για την παροχή μιας κεντρικής δημοσιονομικής κάλυψης, ο υπουργός Οικονομικών θα έχει τη δυνατότητα να προωθεί τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη συνετή μακροοικονομική πολιτική σε εθνικό επίπεδο.

Οι πολύ εκτεταμένες εξουσίες, όπως το δικαίωμα άσκησης βέτο σε εθνικούς προϋπολογισμούς, ενδεχομένως να μην είναι εφικτές πολιτικά. Αλλά πιο περιορισμένες εξουσίες, όπως για παράδειγμα η δυνατότητα να κριθεί ότι μια χώρα δεν δικαιούται χρηματοδότηση, μπορεί να είναι αρκετές, αφήνοντας στις αγορές ομολόγων να καθορίσουν το προστιθέμενο risk premium.

Τα κριτήρια επιλεξιμότητας θα μπορούσαν να λαμβάνουν υπόψη και ευρύτερα θέματα όπως η τραπεζική σταθερότητα και οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης θα πρέπει να διορίζεται από τους αρχηγούς των κυβερνήσεων της ευρωζώνης. Για να είναι η θέση κάτι παραπάνω από αυτήν ενός εξωραϊσμένου προέδρου της Κομισιόν, ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης θα πρέπει να έχει εκτελεστική αυτονομία, εκτός από τις αποφάσεις χρηματοδότησης, οι οποίες θα εγκρίνονται από μια πλειοψηφία στο Eurogroup. To Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή μια επιτροπή ευρωβουλευτών που θα επιλέγονται από χώρες της ευρωζώνης θα μπορούσαν να εποπτεύουν τις διαδικασίες.

Τα παραπάνω δεν φτάνουν μέχρι το όραμα του κ. Μακρόν για μια δημοσιονομική ένωση, με πανευρωπαϊκούς φόρους και δαπάνες. Αντίθετα, εστιάζουν στο απολύτως απαραίτητο: σε έναν μηχανισμό συλλογικής δράσης για τη διαχείριση και τη σταθεροποίηση των οικονομιών σε περιόδους κρίσης. Επίσης, αυτό επιτυγχάνεται χωρίς την ανάγκη για αλλαγές στις συνθήκες της Ε.Ε., με τη διαδικασία του Eurogroup να παραμένει άτυπη.

Με την επερχόμενη αλλαγή στην ευρωπαϊκή προεδρία, υπάρχει η ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα υπουργείο Οικονομικών της ευρωζώνης. Θα είναι καίριας σημασίας να μη δώσουμε στον νέο υπουργό απλά ένα φανταχτερό τίτλο αλλά και τις απαιτούμενες εξουσίες για να σταθεί στο ύψος των ευθυνών του.

*Ο αρθρογράφος είναι αντιπρόεδρος της Morgan Stanley για επίσημους θεσμούς και κράτη.

πηγή: euro2day , Financial Times