«…Θέλω να σας ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη που εναποθέσατε σε έναν άνθρωπο που ήταν μόνο ένας διερμηνέας της μεγάλης λαχτάρας για τη δικαιοσύνη…». Από τον τελευταίο λόγο του ηγέτη της Χιλής, Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Τον Σεπτέμβριο του 1973, ενώ ο πληθωρισμός ήταν πλέον ανεξέλεγκτος και η οικονομία επιβαρύνονταν με απεργίες διαρκείας η Χιλή συγκλονίστηκε από το αιματηρό πραξικόπημα του στρατηγού Αουγούστο Πινοσέτ που κατέληξε στη δολοφονία του Αγιέντε, την ανατροπή του σοσιαλιστικού καθεστώτος και την επιβολή δικτατορίας.Το νέο καθεστώς κατέστειλε με ωμή βία κάθε αντίσταση και είναι ανεξακρίβωτος ο αριθμός των θυμάτων κατά την πρώτη περίοδο της επιβολής του όχι μόνο γιατί αντιστάθηκαν αλλά και γιατί απλά υπήρξαν οπαδοί της Λαϊκής Ένωσης του Αγιέντε.

Τον Οκτώβριο του 1973, τουλάχιστον 72 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το λεγόμενο Καραβάνι του Θανάτου.Τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Πινοσέτ εκτελέστηκαν τουλάχιστον χίλια άτομα, και ακόμα τουλάχιστον δύο χιλιάδες τα επόμενα δεκαέξι χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση Ρέτιγκ. Περίπου 30.000 υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη χώρα, ενώ δεκάδες χιλιάδες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, σύμφωνα με τις έρευνες τις επιτροπής Βάλεχ το 2004. Ένα νέο σύνταγμα εγκρίθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1980 από μία αντικανονική και μη δημοκρατική διαδικασία, που χαρακτηρίστηκε από απουσία εκλογικών καταλόγων, και ο στρατηγός Πινοσέτ έγινε πρόεδρος του κράτους για μία οκταετή θητεία.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η κυβέρνηση Πινοσέτ σταδιακά επέτρεψε μεγαλύτερες ελευθερίες συγκεντρώσεων, λόγου, συνεργασιών, περιλαμβάνοντας την ίδρυση εργατικών συνδικάτων και περιορισμένων πολιτικών δράσεων. Η δεξιά στρατιωτική κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτικές της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Στα περίπου 17 χρόνια της εξουσίας του Πινοσέτ η Χιλή απομακρύνθηκε από τον κρατικό παρεμβατισμό προς μία οικονομία ελεύθερης αγοράς, με αποτέλεσμα την αύξηση των τοπικών και ξένων ιδιωτικών επενδύσεων, αν και η βιομηχανία χαλκού και άλλες σημαντικές μεταλλοβιομηχανίες και εξορυκτικές δραστηριότητες δεν επέστρεψαν σε ξένη ιδιοκτησία.

πηγή: left.gr