Οσοι έχουμε διαβάσει το κείμενο του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» συνειδητοποιούμε την τραγική πολιτική υπαρξιακή κατάσταση, στην οποία βρίσκεται ο χώρος της Kεντροαριστεράς τις μέρες μας. Μόνον οι εμπνευστές και οι σχεδιαστές του προγράμματος ανασυγκρότησης της Kεντροαριστεράς φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι ο χώρος αυτός δεν επιδέχεται οποιαδήποτε τεχνοκρατική διαχείριση στον βαθμό που είναι πρωτίστως πολιτικός χώρος.

Θα αναπτύξουμε τις σκέψεις μας σε δύο κεφάλαια: πρώτα θα εξετάσουμε την ιδιαιτερότητα της Kεντροαριστεράς ως πολιτικού χώρου και σ’ ένα δεύτερο κεφάλαιο θα αναλύσουμε τους παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στη διαμόρφωσή της (στην ανασυγκρότησή της, όπως επικράτησε να ονομάζεται κάθε επιχείρηση προσαρμογής στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες).

Πριν απ’ όλα όμως έχουμε μπροστά μας ένα δεδομένο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε: κατά την ιστορική φάση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, στην οποία βυθίστηκε η ελληνική πολιτική κοινωνία, συνετελέσθη ένας ριζικός μετασχηματισμός σχετικά με τη δομή της Kεντροαριστεράς.

Το δεδομένο αυτό αναφέρεται στη μετάβαση από τη σοσιαλιστικού τύπου Kεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ) στην ριζοσπαστικού τύπου Kεντροαριστερά (ΣΥΡΙΖΑ). Ο μετασχηματισμός αυτός βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ταυτόχρονα αναλαμβάνεται μία ακόμη πρωτοβουλία ανασυγκρότησης της Kεντροαριστεράς μετά τη «γραφειοκρατική» προσπάθεια των «58», την περίοδο 2013-2014.

Από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας, ορίζουμε την Kεντροαριστερά ως χώρο δημιουργίας, επαναπροσδιορισμού και προ πάντων ως «τόπο» (με την αριστοτελική έννοια του όρου) επινόησης της πολιτικής. Επειδή πράγματα όπως είναι η πολιτική, η ελευθερία, η δημοκρατία, η Kεντροαριστερά και πολλά άλλα ούτε αιώνια είναι ούτε υπεριστορικά, οφείλουμε οι άνθρωποι να τα «κατασκευάζουμε». Η πολιτική λοιπόν διαμορφώνεται σε πολεμικά πεδία.

Ο χώρος της Κεντροαριστεράς λοιπόν σε αντιπαράθεση προς τον χώρο της Δεξιάς, ο οποίος είναι πεδίο συντήρησης και αναπαραγωγής της πολιτικής, ορίζεται ως τόπος δημιουργίας και επινόησης της πολιτικής. Αναφέρω το πασίγνωστο ιστορικό παράδειγμα της Kεντροαριστεράς που ονομάζεται: «σοσιαλδημοκρατία».

Ο χώρος της Kεντροαριστεράς επινόησε μετά τον πόλεμο την πολιτική και «κατασκεύασε το πολιτικό παράδειγμα» της σοσιαλδημοκρατίας. Πράγματι, κατά τις τέσσερις μεταπολεμικές δεκαετίες μέχρι την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» η Kεντροαριστερά επινοήθηκε στις πολιτικές κοινωνίες της δυτικής, βόρειας και κεντρικής Ευρώπης ως σοσιαλδημοκρατία.

Επρόκειτο για ένα καθολικό πολιτικό πρόγραμμα ριζικού επανακαθορισμού των σχέσεων ανάμεσα στο κράτος, την οικονομία, την αγορά εργασίας, τα συστήματα δικαιωμάτων κ.ά. Το «πολιτικό παράδειγμα» της ευρωπαϊκής κεντροαριστερής σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε ιστορικό δημιούργημα μίας συγκεκριμένης εποχής και μίας δεδομένης ιστορικής συγκυρίας.

Ως τέτοιο λοιπόν δεν μπορεί κανείς να το αντιγράψει και πολύ περισσότερο να το «μεταφυτεύσει» σε άλλους τόπους και σε τωρινές συγκυρίες. Αυτή η θεωρητική και πολιτική διαπίστωση επιβεβαιώνεται στην ελληνική περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ως κομματική συλλογικότητα και ως κυβερνητική εξουσία δεν υποστασιοποίησε την ακραιφνή ευρωπαϊκή εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά εξέφρασε έναν ιδιότυπο και ιδιόρρυθμο σοσιαλισμό προσαρμοσμένο στις ελληνικές συνθήκες.

Ας επανέλθουμε στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της ελληνικής Kεντροαριστεράς στην τωρινή συγκυρία και στα ερωτήματα που προκύπτουν: γιατί ένας κατεξοχήν χώρος δημιουργίας και επινόησης της πολιτικής, όπως είναι ο χώρος της Kεντροαριστεράς, στην τωρινή συγκυρία εντάσσεται σ’ ένα τεχνοκρατικό σχέδιο διαχείρισης: δεν χρειάζεται να αναφέρει κανείς πολλά για τα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας αρκεί μόνον να σταθεί στον διαχωρισμό των δύο φάσεων: πρώτα εκλέγεται ο επικεφαλής τού υπό διαμόρφωση φορέα και σε δεύτερη φάση εκπονείται το ιδεολογικό πρόγραμμα.

Ο έμπειρος πολιτικός αναλυτής Τάσος Παππάς στο κείμενό του: «Συνωστισμός υποψηφίων και προβλημάτων» («Εφ.Συν.» 30/8) εύστοχα τονίζει: «αυτό δεν είναι μόνον παράδοξο, αλλά συνιστά και παγκόσμια πρωτοτυπία». Προσθέτω: αυτός ο τεχνοκρατικός διαχωρισμός των δύο φάσεων υποχρεώνει τους υποψηφίους εκλέκτορες (δηλ. τους ψηφοφόρους) να πέσουν οι ίδιοι στην παγίδα όπου θα αυτοκαταργηθούν. Καλούνται οι εκλέκτορες να εκλέξουν έναν από τους πολλούς επίδοξους αρχηγούς ως φυσικό πρόσωπο και όχι ως πολιτικό υποκείμενο. Το συγκεκριμένο ερώτημα απευθύνω στον κύριο Νίκο Αλιβιζάτο, καταξιωμένο επιστήμονα, ο οποίος ανέλαβε να διαφυλάξει και να εγγυηθεί, όπως ακούγεται, το κύρος της σχετικής διαδικασίας εκλογής του νέου αρχηγού.

Συνοψίζω την επιχειρηματολογία μου σχετικά με τις διαδικασίες εκλογής του επικεφαλής του νέου φορέα στον χώρο της Kεντροαριστεράς: πέρα «από το καλό και το κακό» της πολιτικής (για να παραφράσω τον Νίτσε) γιατί χρειαζόμαστε άραγε την επιχειρούμενη τεχνοκρατική ανασυγκρότηση της Kεντροαριστεράς τη στιγμή κατά την οποία έχει συντελεστεί ο μετασχηματισμός της σοσιαλιστικού τύπου Kεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ) στη ριζοσπαστικού τύπου Kεντροαριστερά (ΣΥΡΙΖΑ);

Η δεύτερη θεωρητική και πολιτική παρατήρησή μου αναφέρεται στο πολιτικό παράδοξο: να στρέφονται οι σχεδιαστές του προγράμματος ανασυγκρότησης της Kεντροαριστεράς εναντίον της ίδιας της οντότητας που επιδιώκουν να ανακατασκευάσουν, εναντίον του ίδιου του χώρου, ο οποίος ενώ ιστορικά επαναπροσδιορίζει την πολιτική, τον αναδιαμορφώνουν με τεχνοκρατικές μεθόδους. «Μεταμορφώνουν» τον εκλέκτορα από δημιουργό της πολιτικής σε τεχνοκράτη–ψηφοφόρο ενός φυσικού προσώπου. Ομολογείται τελικά η ήττα της πολιτικής εντός του χώρου της Kεντροαριστεράς. Θα επανέλθουμε με θέμα τους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση της Kεντροαριστεράς.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών