Η απόφαση του Ελληνα υπουργού Δικαιοσύνης να μη συμμετάσχει στη φετινή θεσμοποιημένη αντικομμουνιστική εκδήλωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην Εσθονία στις 23 Αυγούστου ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι θα «ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων».

Η αναμενόμενη «θύελλα» όμως «ξεσηκώθηκε» όχι επειδή επρόκειτο γενικώς και αορίστως για «προκλητική ενέργεια» από πλευράς του Ελληνα αξιωματούχου, αλλά για πάρα πολύ συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με ιδεολογικά καθεστώτα της κοινωνικο-ιστορικής περιόδου που διανύουμε εντός και εκτός Ελλάδας.

Ως προς το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπως διαβάσαμε σε σχετικό άρθρο του Νίκου Σβέρκου στην «Εφ.Συν.» (Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017, σ. 13): «Στις 2 Απριλίου του 2009 το Ευρωκοινοβούλιο υπερψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία (533 ψήφοι υπέρ, 44 κατά και 33 αποχές) σχετική απόφαση, ζητώντας την αναγνώριση “του κομμουνισμού, του ναζισμού και του φασισμού ως κοινής κληρονομιάς” και την ίδρυση της Πλατφόρμας Ευρωπαϊκής Μνήμης και Συνείδησης».

«Ο κομμουνισμός, ο ναζισμός και ο φασισμός ως κοινή κληρονομιά» λοιπόν – εδώ και οχτώ χρόνια, με την επίσημη βούλα της ευρωπαϊκής νομοθετικής εξουσίας και με όντως συντριπτική πλειοψηφία.

Ο χαρακτηρισμός «ανιστόρητη» για την υπονοούμενη εξίσωση του κομμουνισμού με τον ναζισμό και τον φασισμό, αν και αυτονόητος βέβαια, δεν επαρκεί για να εξηγήσει την ιδεολογική και προπαγανδιστική λειτουργία του όλου εγχειρήματος. Εδώ πρόκειται για κάτι πολύ πιο θεμελιώδες και πολύ ευρύτερου ιδεολογικού βεληνεκούς, που συνοπτικά μόνο θα μπορούσαμε να το προσεγγίσουμε σε τρία διακριτά αλλά αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα.

Το πρώτο βέβαια είναι η –έμμεση πλην σαφέστατη– εννοιολογική εξομοίωση μεταξύ κομμουνισμού και σταλινισμού. Η επιφανειακά αθώα δικαιολογία ότι τα λεγόμενα «Κομμουνιστικά Κόμματα» στην πλειονότητά τους ήταν όντως σταλινικά λειτουργεί ως άλλοθι για την έμμεση καταδίκη της σύνολης ριζοσπαστικής Αριστεράς, το ιδρυτικό μανιφέστο της οποίας έφερε στον τίτλο του τον όρο «Κομμουνιστικό».

Η αβασάνιστη χρήση του όρου «κομμουνισμός» ως συνώνυμου του σταλινισμού δεν αποσκοπεί βέβαια στην απόκρυψη της παραπάνω πληροφορίας, αλλά, αντιθέτως, στην καθιέρωση της άποψης ότι η κομμουνιστική ιδεολογία εν γένει, η ιδεολογία που στηρίζεται στο έργο του Μαρξ και όσων εμπνεύστηκαν από αυτό, είναι υπεύθυνη για τον ακραίο αυταρχισμό και τα φρικαλέα εγκλήματα των σταλινικών καθεστώτων και μηχανισμών.

Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με την –ούτως ή άλλως– εξίσωση μεταξύ σταλινισμού και ναζισμού. Το ερώτημα εδώ δεν είναι αν τα εγκλήματα και ο αυταρχισμός του πρώτου είναι εφάμιλλα με εκείνα του δεύτερου ή όχι.

Αν δεν επρόκειτο και στις δύο περιπτώσεις για όντως σκοτεινές και τραγικές καταστάσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας, θα λέγαμε ότι τέτοιου είδους σύγκριση είναι τουλάχιστον αστεία. (Ούτε θα δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο ότι η ημερομηνία του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ που συμβολικά επελέγη για την επίμαχη εκδήλωση μάλλον αποσκοπεί στην υποβάθμιση ενός τουλάχιστον εξίσου σημαντικού γεγονότος που έλαβε χώρα τριάμισι χρόνια αργότερα: της μάχης του Στάλινγκραντ.)

Το αληθινό ερώτημα είναι γιατί γίνεται ολόκληρη αυτή η περίτεχνη προσπάθεια θεωρητικής, ιδεολογικής και θεσμικής εξομοίωσης μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού. Η απάντηση, που συμπίπτει με εκείνη που καλούμαστε να δώσουμε στο ερώτημα του ποια είναι εν τέλει η προαναφερθείσα «κοινή κληρονομιά» του κομμουνισμού, του ναζισμού και του φασισμού, βρίσκεται σε ένα αποκαλυπτικότατο απόσπασμα από άλλο συναφές κείμενο που παρατίθεται στο σχετικό άρθρο της «Εφ.Συν.»: «Τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το καθεστώς κατοχής της μπολσεβικικής ΕΣΣΔ και από το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς βασίστηκαν σε δύο μισάνθρωπα ιδεολογικά δόγματα του 19ου αιώνα – τον ρατσισμό και την ταξική πάλη».

Ο σκοπός της συγκεκριμένης αντικομμουνιστικής προπαγάνδας είναι κρυστάλλινος: να εξοβελιστεί εις το πυρ το εξώτερον (από κοινού με τον ρατσισμό, αν και όχι απαραίτητα, αν λάβουμε υπ’ όψιν την ανοχή στον τελευταίο που επιδεικνύεται πρόσφατα από ουκ ολίγα «δημοκρατικά» ευρωπαϊκά καθεστώτα), να απεμποληθεί εξ ολοκλήρου από το αποδεκτό ιδεολογικό σύμπαν της σύγχρονης εποχής κάθε κίνημα, κάθε άποψη, κάθε πολιτική πρακτική που στηρίζεται στην πεποίθηση ότι τα προτάγματα του Διαφωτισμού παραμένουν ανεκπλήρωτα όσο υπάρχουν δομική κοινωνική ανισότητα και εκμετάλλευση, που σημαίνει ταξικοί αγώνες.

Τέλος, το τρίτο επίπεδο του ζητήματος της τρέχουσας θεσμοποιημένης αντικομμουνιστικής προπαγάνδας έγκειται στην ελληνική εκδοχή της. Η «θύελλα» αντιδράσεων που αναφέραμε στην αρχή συνδυάζεται με αμέτρητα πρόσφατα φαινόμενα ντόπιας αντικομμουνιστικής υστερίας, που –ίσως και λόγω έλλειψης φαντασίας– προσφεύγουν στην παλιά δοκιμασμένη συνταγή του δόγματος «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» και στην ανάσυρση του ιδεολογήματος της εθνικοφροσύνης από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, στο οποίο την είχαν βαθιά καταχωνιάσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η πάλαι ποτέ «πεφωτισμένη Δεξιά» το 1974.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών