Αναπόφευκτη θεωρούν οι νομπελίστες οικονομολόγοι μια νέα διεθνή οικονομική κρίση καθώς η παγκόσμια οικονομία «έχει εθιστεί» για τα καλά στο φτηνό χρήμα των κεντρικών τραπεζών και δείχνει αδύναμη να σταθεί μόνη στα πόδια της.

Τα σοφότερα μυαλά της παγκόσμιας οικονομίας -οι οικονομολόγοι που έχουν κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ- συναντιούνται αυτήν την εβδομάδα στο Λίνταου της νότιας Γερμανίας, στην έκτη τακτική τους σύνοδο. Η γερμανική εφημερίδα Welt ζήτησε χθες από 18 από αυτούς να διατυπώσουν τις εκτιμήσεις τους για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση στον κόσμο.

Και αυτοί έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου. Προειδοποίησαν, μεταξύ άλλων, ότι παρά τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών τα κενά στην εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνεχίζουν να υπάρχουν και ότι ο χρηματοπιστωτικός κόσμος δεν είναι ποτέ επαρκώς προετοιμασμένος για τις μελλοντικές κρίσεις.

«Οι οικονομικοί κίνδυνοι μοιάζουν με τον ηλεκτρισμό σε ένα τεράστιο δίκτυο», τόνισε χαρακτηριστικά ο Ντάνιελ ΜακΦάντεν, νομπελίστας Οικονομίας το 2000. «Οπως με την ηλεκτρική ενέργεια, έτσι και στην οικονομία υπάρχει ένα κλειστό, οικονομικό κύκλωμα. Δεν διαθέτουμε τα εργαλεία για να παρακολουθούμε, να ρυθμίζουμε και να διαχειριζόμαστε τις αστάθειες αυτού του κυκλώματος. Γι’ αυτό, η επόμενη οικονομική κρίση είναι αναπόφευκτη», προειδοποίησε.

Σύνδρομο στέρησης

Η αδυναμία αυτή είναι αποκλειστική ευθύνη των κυβερνήσεων των ισχυρών χωρών, που απέφυγαν να βάλουν το χέρι στη φωτιά και να ρυθμίσουν τον βασικό υπεύθυνο της προηγούμενης κρίσης, τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αντίθετα, τον ανέστησαν και τον ξανάθρεψαν χορηγώντας του απίστευτες ποσότητες φτηνού χρήματος, μέσω και της ποσοτικής χαλάρωσης των κεντρικών τους τραπεζών. Και αυτός έκανε το χρήμα αυτό μετοχές, ομόλογα και άλλες υψηλότερου ρίσκου επενδύσεις χαρτοφυλακίου με απώτερο στόχο ξανά την κερδοσκοπία.

«Η ποσοτική χαλάρωση είναι σαν την ηρωίνη», κραύγασε χθες από το Λονδίνο ο πρώην γραμματέας του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών, Νικ Μακφέρσον, εξηγώντας ότι «χρειάζονται ολοένα και υψηλότερες δόσεις για να γίνεις πιο “χάι”, όμως την ίδια στιγμή αυξάνονται και οι επιπτώσεις (σύνδρομο στέρησης κ.λπ.)». Ετσι, η ανάπτυξη που επιτεύχθηκε χάρη στην… ηρωίνη των κεντρικών τραπεζών έκανε μεν τους πλούσιους πλουσιότερους (πιο «χάι»), όμως παράλληλα έστειλε στη φτώχεια και την εξαθλίωση εκατομμύρια ανθρώπους.

«Μία δεκαετία από την έναρξη της προηγούμενης κρίσης», γράφει σε τελευταίο του άρθρο ο γνωστός οικονομολόγος Μοχάμεντ Ελ Εριάν, «οι ανεπτυγμένες οικονομίες δεν έχουν ακόμη αποστασιοποιηθεί από αυτό το υπερβολικά εξαρτημένο από τη ρευστότητα και τη μόχλευση μοντέλο ανάπτυξης.

»Δεν έχουν ακόμη προχωρήσει στις επενδύσεις που χρειάζονται για υποδομές, παιδεία, ανθρώπινο δυναμικό. Δεν αντιμετώπισαν τις αντι-αναπτυξιακές στρεβλώσεις που υποβαθμίζουν την αποτελεσματικότητα των φορολογικών συστημάτων, των χρηματοοικονομικών διαμεσολαβήσεων και του εμπορίου… Είναι στο χέρι τους να αποφύγουν περισσότερες απογοητεύσεις, να αντλήσουν πόρους για μια βιώσιμη ανάπτυξη και να μειώσουν τα εκρηκτικά σημερινά επίπεδα ανισότητας».

Χαμένος κόπος

Οι νομπελίστες οικονομολόγοι, στην πλειονότητάς τους, πιστεύουν ότι η ευρωζώνη δεν έχει ξεπεράσει ακόμη τόσο την οικονομική κρίση όσο και την κρίση χρέους. «Το ευρώ θα καταφέρει να ευημερήσει μόνον όταν η οικονομική πολιτική της Ε.Ε. και της ευρωζώνης τεθεί σε πιο υγιείς βάσεις και αντιμετωπιστεί η οικονομική στασιμότητα κάποιων κρατών-μελών», πιστεύει ο ΜακΦάντεν.

Από την πλευρά του, ο Ερικ Μάσκιν, που τιμήθηκε με Νόμπελ το 2007, υπογραμμίζει ότι «για να επιβιώσει το ευρώ θα πρέπει εκτός της νομισματικής πολιτικής να υπάρξει και κοινή δημοσιονομική πολιτική», ενώ ο Εντουαρντ Πρέσκοτ (Νόμπελ Οικονομίας 2004) εκτιμά ότι «το ευρώ είναι χαμένος κόπος και ότι το μόνο ερώτημα είναι πόση ζημιά θα κάνει αυτό στην ευρωζώνη πριν καταρρεύσει».

Ο Γάλλος επίτροπος

Γι’ αυτήν την πορεία, τη μεγαλύτερη ευθύνη έχει φυσικά ο σημερινός ηγεμόνας της ευρωζώνης, η Γερμανία, που αναλίσκεται στην παραγωγή πλεονασμάτων και την υπερσυσσώρευση πόρων. Ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε., Πιερ Μοσκοβισί, αναγνώρισε χθες ότι το γερμανικό πλεόνασμα αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα για ολόκληρη την ευρωζώνη.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Δημήτρη Παπαδημούλη, ο Μοσκοβισί υπενθύμισε έκθεση της Κομισιόν για τη Γερμανία τον περασμένο Φεβρουάριο, στην οποία συμπεραίνεται ότι «το σταθερά υψηλό γερμανικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά αποταμίευση που υπερβαίνει τις επενδύσεις, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της Γερμανίας και να επηρεάσει την αποκατάσταση της ισορροπίας και τις προοπτικές ανάπτυξης στην υπόλοιπη ζώνη του ευρώ».

Τον Μάιο στις συστάσεις της ανά χώρα η Κομισιόν προέτρεψε το Βερολίνο «σε μέτρα για στήριξη της εγχώριας ζήτησης, την επιτάχυνση των δημόσιων επενδύσεων, τη διευκόλυνση των ιδιωτικών επενδύσεων, την τόνωση της προσφοράς εργασίας σε ορισμένες ομάδες πληθυσμού και τη στήριξη των προϋποθέσεων για μεγαλύτερη αύξηση των πραγματικών μισθών».

Ο Γάλλος επίτροπος σημειώνει, τέλος, ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει από το 2016 πιο θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό στην ευρωζώνη και από τα κράτη-μέλη που έχουν περιθώρια να επωφεληθούν από τα χαμηλά επιτόκια και να επενδύσουν.

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών