Η παρατεταμένη κρίση έχει μεταφορικά και κυριολεκτικά τοποθετήσει την ελληνική κοινωνία μπροστά στον καθρέφτη της. Σε όλα τα πεδία συγκρότησης της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας εντοπίζονται οι δομικές παθογένειές της. Μία θεμελιώδης είναι αυτή που έχει να κάνει με τη σχέση που αναπτύσσει ο πολίτης με την οντότητα που ονομάζεται κράτος. Για την ελληνική πραγματικότητα, για τον πολίτη της πολιτικής κοινωνίας, το κράτος ορίζεται ως ένα εξωτερικό πράγμα, κάτι που τοποθετείται έξω και πέρα από τη δράση του ως ατόμου.

Δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε περισπούδαστες θεωρητικές αναλύσεις για να σκιαγραφήσει τη σχέση πολίτη-κράτους στην ελληνική πραγματικότητα. Το φαινόμενο της φοροδιαφυγής είναι παθολογικό φαινόμενο που εντοπίζεται διά γυμνού οφθαλμού. Τα τελευταία όμως χρόνια της κρίσης διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα σχετικά με τη δημοσιονομική προσαρμογή αλλάζουν ριζικά. Αυτό αποδεικνύεται με τα περίφημα «πλεονάσματα» και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Εγκυροι οικονομολόγοι κάνουν τις σχετικές μελέτες. Το θεωρητικό μου ενδιαφέρον στη σύντομη αυτή παρέμβαση αναφέρεται στη στάση των πολιτών οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως φορολογούμενοι και ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος. Το ζητούμενο είναι να ερμηνευτεί η ριζική αλλαγή της στάσης των φορολογουμένων απέναντι στο κράτος και κατά συνέπεια η νέα σχέση πολίτη – κράτους στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κοινωνία.

Κατά την πρόσφατη ερευνητική παραμονή μου στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και ενώπιον συναδέλφων καθηγητών του Πανεπιστημίου, όπως ο Axel Honneth και ο Rainer Forst, μου δόθηκε η επιστημολογική ευκαιρία να αναπτύξω μια θεωρία για τον «δημοσιονομικό πατριωτισμό», με την οποία επιχειρώ να ερμηνεύσω την αλλαγή της φορολογικής συμπεριφοράς των Ελλήνων και κατ’ επέκταση την αλλαγή της σχέσης του πολίτη προς το κράτος. Αυτή την «υπό κατασκευή θεωρία» θα εκθέσω σε γενικές γραμμές.

Κατ’ αρχάς η πηγή έμπνευσής μου βρίσκεται στην περιώνυμη πολιτική θεωρία του «συνταγματικού πατριωτισμού», η οποία αναπτύχθηκε στη Γερμανία από συνταγματολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και φιλοσόφους κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Πρόκειται για θεωρία η οποία αναφέρεται στην πολιτική συνείδηση και ταυτότητα της μεταπολεμικής Γερμανίας και η οποία υποστηρίζει ότι η γερμανική πολιτική κοινωνία, μετά τον πόλεμο, αυτοθεσμίζεται (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καστοριάδη) με συνειδησιακά, αξιακά και φαντασιακά υλικά και περιεχόμενα, τα οποία δεν αντλούνται από τις παραδόσεις του εθνικού κράτους αλλά από τις ιδέες του πολιτικού διαφωτισμού. Δεν θα επεκταθώ στην ανάλυση της θεωρίας αυτής, η οποία δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια θεωρία αλλά συνιστά τη συνειδησιακή δομή της σύγχρονης γερμανικής πολιτικής κοινωνίας.

Ας σκεφτούμε λοιπόν μερικά πράγματα για την ελληνική πραγματικότητα στην εποχή της κρίσης. Εισηγούμαι τον όρο «δημοσιονομικός πατριωτισμός» και προσπαθώ να ερμηνεύσω το φαινόμενο της δημοσιονομικής κρατικής πειθαρχίας, το οποίο είναι το αποτέλεσμα της ορθολογικής στάσης των φορολογουμένων στις τεχνοκρατικές συμφωνίες (μνημόνια) που υπογράφει η κυβέρνηση με τους εταίρους-δανειστές προβλέποντας κατά τις επόμενες δεκαετίες «πλεονάσματα», τα οποία προκύπτουν από τις εισπράξεις των φόρων.

Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κοινωνία αναγνωρίζει πως πρώτιστη μέριμνά του είναι να εξοφλεί τα χρέη του προς το κράτος. Κάτι το οποίο πριν από λίγα χρόνια όχι μόνον ήταν αδιανόητο, αλλά στον καθημερινό κοινωνικό βιόκοσμο η φοροδιαφυγή ήταν «πολιτική αρετή»!

Δύο είναι τα επιστημολογικά επίπεδα της «υπό κατασκευή θεωρίας» του «δημοσιονομικού πατριωτισμού». Οι επιμέρους μονάδες (δηλαδή οι φορολογούμενοι) σε ένα κοινωνικό σύνολο (το κράτος) αποφασίζουν να προτάξουν την επιβίωση του κοινωνικού συνόλου έναντι του εαυτού τους, επειδή συνειδητοποιούν ότι εκτός κράτους δεν υφίστανται. Από την άλλη, το κράτος μετασχηματίζεται σε εισπρακτικό μηχανισμό, επειδή οφείλει στη σύγχρονη διεθνή κοινότητα να υπάρξει ως ορθολογική οντότητα.

Ο αυτοπροσδιορισμός του ελληνικού κράτους ως οντότητας που οφείλει να πληρώσει το χρέος της «εκπαιδεύει» τους πολίτες της να καταστούν συνεπείς προς τις φορολογικές υποχρεώσεις τους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο του «πατριωτισμού». Το να υπάρξει αυτή η οντότητα-κράτος εξαρτάται τελικά από τη ριζική αλλαγή στη φορολογική συμπεριφορά του φορολογουμένου. Η δομική, αξιακή αλλαγή είναι μία κατάκτηση.

Το δεύτερο επίπεδο δεν έχει να κάνει με την αλλαγή στον κοινωνικό βιόκοσμο. Συνδέεται περισσότερο με τον συνειδησιακό μετασχηματισμό και με την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι μια ουδέτερη και εξωτερική οντότητα προς τα άτομα και τους πολίτες.

Αυτή η βαθύτερη ριζική αλλαγή στο επίπεδο της συνείδησης στη σχέση πολίτη-κράτους μάς επιτρέπει να μιλάμε για τον «δημοσιονομικό πατριωτισμό». Με άλλα λόγια, όπως η ναζιστική Γερμανία μετασχηματίστηκε σε σύγχρονη δημοκρατική πολιτική κοινωνία κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, μέσω του «συνταγματικού πατριωτισμού», ενδεχομένως και η ελληνική πολιτική κοινωνία της κρίσης να καταστεί επίσης σύγχρονη πολιτική μορφή ζωής μέσω του «δημοσιονομικού πατριωτισμού». Βρισκόμαστε, άραγε, μπροστά σε μια ιστορική φάση μετασχηματισμού της πολιτικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας;

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών