Μολονότι το δεχτήκαμε ως δημοκρατική επιλογή, δεν πειστήκαμε ποτέ ότι το Brexit ήταν καλό. Ούτε για την οικονομία ούτε, βεβαίως, για το κύρος της Ευρώπης και του Ηνωμένου Βασιλείου στον κόσμο ούτε, το σημαντικότερο, για τους πολίτες. Και όταν διαβάσαμε το έγγραφο του Ηνωμένου Βασιλείου για τα δικαιώματα των πολιτών, η πεποίθησή μας αυτή εδραιώθηκε.

Το κείμενο δεν ανταποκρίνεται καν στις ίδιες του τις φιλοδοξίες, «να δοθεί προτεραιότητα στους πολίτες», και απλώνει ένα σκοτεινό πέπλο ασάφειας και αβεβαιότητας πάνω από τις ζωές εκατομμυρίων Ευρωπαίων.

Αν το συγκρίνουμε με την πρόταση του διαπραγματευτή της Ενωσης για το Brexit, Μισέλ Μπαρνιέ, οι διαφορές είναι εντυπωσιακές. Στην πρόταση της Ε.Ε., Βρετανοί και Ευρωπαίοι διατηρούν τα ίδια δικαιώματα και το ίδιο επίπεδο προστασίας που τους εξασφαλίζει αυτή τη στιγμή η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Ολα τα δικαιώματα που είχαν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία της αποχώρησης θα έχουν άμεση ισχύ, με διά βίου προστασία, πλήρη αμοιβαιότητα και ίση μεταχείριση· θέση απλή, σαφής και συνάμα δίκαιη. Αυτό ζητούν στην πλειονότητά τους και οι Βρετανοί, όταν λένε ότι επιθυμούν να διατηρήσουν την ιθαγένεια της Ενωσης.

Η απάντηση του Ηνωμένου Βασιλείου στη γενναιόδωρη προσφορά μας ήλθε τρεις εβδομάδες αργότερα ως ψυχρολουσία. Η βρετανική κυβέρνηση προτείνει, την επομένη του Brexit, οι Ευρωπαίοι να περιέλθουν σε καθεστώς «υπηκόων τρίτων χωρών», με λιγότερα δικαιώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο απ’ ό,τι προσφέρεται για τους Βρετανούς σε ολόκληρη την Ε.Ε.

Οι Ευρωπαίοι όχι μόνο θα χάσουν το δικαίωμά τους να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές, αλλά, επιπλέον, τα μελλοντικά μέλη των οικογενειών τους θα υπόκεινται επίσης στις ελάχιστες εισοδηματικές απαιτήσεις, ενώ δεν είναι σαφές ποιο θα είναι το καθεστώς των «μετα-Brexit» βρεφών.

Η βρετανική πρόταση εγκυμονεί πραγματικό κίνδυνο να δημιουργηθεί μια ιθαγένεια δεύτερης κατηγορίας. Βρίσκεται σε αντίφαση ακόμα και με το μανιφέστο του στρατοπέδου υπέρ του Brexit (Vote Leave), που υποσχόταν ότι οι πολίτες της Ε.Ε. θα αντιμετωπίζονταν «όχι λιγότερο ευνοϊκά απ’ ό,τι τώρα».

Πέρα από αυτή την έλλειψη αμοιβαιότητας, φαίνεται ότι η Βρετανία θέλει επίσης να γίνει η νέα πρωταθλήτρια της γραφειοκρατίας. Κάθε μέλος της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, πρέπει να υποβάλει χωριστή αίτηση για να ενταχθεί σε καθεστώς «εγκατεστημένου προσώπου».

Τα πρόσωπα που δεν θα πληρούν την απαίτηση πενταετούς παραμονής κατά το τέλος της περιόδου χάριτος θα χρειαστεί να υποβάλουν δύο αιτήσεις: μία για την παραμονή τους και μία για την απόκτηση καθεστώτος «εγκατεστημένου προσώπου». Επιπλέον, δεν παρέχονται εγγυήσεις για την ισότιμη μεταχείριση αυτών των αιτούντων.

Αλλά η γραφειοκρατία αντιμετωπίζεται. Η πραγματική αιτία ανησυχίας έγκειται στη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα. Πάνω από έναν χρόνο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, η βρετανική πρόταση αφήνει πολλά ερωτήματα αναπάντητα.

Θα πρέπει οι Ευρωπαίοι φοιτητές να πληρώνουν υψηλότερα δίδακτρα, ακόμα κι αν έχουν υποβάλει αίτηση εγγραφής για το νέο ακαδημαϊκό έτος 2019-2020;

Θα εξακολουθήσει να είναι εγγυημένη η αναγνώριση των προσόντων των ιατρών στο Ηνωμένο Βασίλειο; Γιατί δεν αναφέρονται καθόλου οι διασυνοριακοί εργαζόμενοι που εργάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά ζουν στην Ε.Ε.;

Και γιατί δεν δηλώνει ξεκάθαρα η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η καταληκτική ημερομηνία για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες δεν θα είναι πριν από το ίδιο το Brexit;

Με όλο τον σεβασμό μας στο βρετανικό σύστημα δικαίου, επισημαίνουμε ότι τα δικαστήρια εφαρμόζουν τους νόμους που θεσπίζονται από τους Βρετανούς πολιτικούς, οι οποίοι αδυνατούν αυτή τη στιγμή να προσφέρουν επαρκείς εγγυήσεις για τα προσεχή έτη, πόσω μάλλον ισόβιες.

Συνεπώς, οι Βρετανοί και οι Ευρωπαίοι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους δυνάμει ενός μηχανισμού στον οποίο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα διαδραματίζει πλήρως τον ρόλο του.

Στις αρχές του 2019, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα κληθούν να κρίνουν οριστικά τη συμφωνία του Brexit. Τους προσεχείς μήνες θα συνεργαστούμε στενά με τον διαπραγματευτή της Ε.Ε. και τα 27 κράτη-μέλη για να βοηθήσουμε στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων.

Επιθυμία μας είναι να επιτύχουμε μια φιλόδοξη και προοδευτική συμφωνία αποχώρησης και θέλουμε να είναι σαφές ότι χρειάζεται να σημειωθεί πρώτα επαρκής πρόοδος -ιδίως όσον αφορά την ιθαγένεια και τον οικονομικό διακανονισμό- για να μπορέσουμε να ορίσουμε τη νέα σχέση μεταξύ της Ε.Ε. και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων λήγει στις 30 Μαρτίου 2019, και δεν πρόκειται να υποστηρίξουμε καμιά παράτασή του πέρα από την προθεσμία αυτή, διότι αυτό θα είχε ως συνέπεια να πρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο να διεξαγάγει ευρωεκλογές τον Μάιο του 2019. Μια τέτοια κατάσταση είναι εντελώς αδιανόητη.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ως κοινή αποστολή να επεκτείνει, να ενισχύει και να διευρύνει τα δικαιώματα, όχι να τα περιορίζει. Δεν θα δεχτούμε ποτέ την αναδρομική κατάργηση δικαιωμάτων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα επιφυλαχθεί του δικαιώματός του να απορρίψει κάθε συμφωνία που θα συνεπαγόταν για τους πολίτες της Ε.Ε., ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που έχουν σήμερα.

Για μας πρόκειται για ζήτημα βασικών θεμελιωδών δικαιωμάτων και αξιών, που βρίσκονται στην καρδιά του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

► Των Γκι Φέρχοφσταντ (1), προέδρου της διευθύνουσας ομάδας για το Brexit και της ομάδας ALDE, Μάνφρεντ Βέμπερ (2), προέδρου της ομάδας EPP, Τζιάνι Πιτέλα (3), προέδρου της ομάδας S&D, Γκάμπι Τσίμερ (4), προέδρου της ομάδας GUE/NGL, Σκα Κέλερ (5) και Φίλιπ Λάμπερτς (6), συμπροέδρων της ομάδας Greens/EFA, Ελμαρ Μπροκ (7), Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι (8) και Ντανούτα Χούμπνερ (9), μελών της διευθύνουσας ομάδας για το Brexit

*Η «Εφ.Συν.» δημοσιεύει κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελλάδα -ταυτόχρονα με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες- το άρθρο που συνυπογράφουν οι πρόεδροι των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων του Ευρωκοινοβουλίου και τα μέλη της διευθύνουσας ομάδας της Ε.Ε. για το Brexit

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών