Η βρετανική κυβέρνηση δεν θα ανακοινώσει τον νέο προϋπολογισμό πριν το φθινόπωρο, αλλά ήδη έχει ξεκινήσει το debate αναφορικά με τις αμοιβές του δημόσιου τομέα. Με το Brexit να “σέρνεται”, η υπό πολιορκία πρωθυπουργός Theresa May, θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε μια ακόμα ενοχλητική στροφή 180 μοιρών ή να υπερασπιστεί μια πολιτική που δεν είναι δημοφιλής και θεωρείται αχρείαστη.

Δυστυχώς για την May, η στροφή δείχνει πιο λογική

Για πολλά χρόνια αποτελούσε ομολογία πίστης για τους Βρετανούς Συντηρητικούς ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα έπρεπε να έχει εξολοθρευτεί ως το 2020, αν όχι νωρίτερα. Όμως πλέον αρκετοί από το κόμμα των Tories είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν αυτή τη γραμμή σκέψης, την ώρα που κάποιοι άλλοι παραμένουν πιστοί σε αυτό το “ιερό” δόγμα, αν και δεν αποσαφηνίζουν το χρόνο εφαρμογής του.

Στην ομιλία της στο Κοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη, η May τάχθηκε σθεναρά στην πλευρά της λιτότητας: Η Ελλάδα μας δείχνει που οδηγεί η δημοσιονομική απειθαρχία, ήταν το επιχείρημά της. Από την πλευρά του ο ηγέτης των Εργατικών, Jeremy Corbyn ήταν αμετακίνητος στις θέσεις του: Καταδίκασε την “επιδημία χαμηλών μισθών και ζήτησε να αρθεί το πλαφόν 1% στις αυξήσεις των μισθών του δημόσιου τομέα.

Ο Corbyn έχει ένα δίκιο. Οι Βρετανοί εργαζόμενοι και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, πιέζονται από τον αυξανόμενο πληθωρισμό, που εν μέρη προκαλείται από την υποτίμηση της στερλίνας λόγω του Brexit. Όμως κάνει λάθος που εξετάζει μεμονωμένα τους μισθούς. Οι μισθοί του δημοσίου τομέα είναι μόνο ένα ζήτημα από τα πολλά του προϋπολογισμού. Για παράδειγμα το Δημόσιο Σύστημα Υγείας (NHS) βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης κρίσης. Οι δαπάνες υγείας για τους ηλικιωμένους και τα άτομα που βρίσκονται σε ανάγκη είναι, δυστυχώς, ανεπαρκείς. Ο κατάλογος με άλλες, αξιόλογες δαπάνες, είναι ατελείωτος. Αν όμως προσπαθούσαμε να τις ικανοποιήσουμε όλες, τότε πραγματικά αυτή θα ήταν η φόρμουλα που θα οδηγούσε στη δημοσιονομική κατάρρευση.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να θέσει προτεραιότητες. Εκεί που είναι απαραίτητοι οι υψηλότεροι μισθοί, για να προσλάβει ή να διατηρήσει υπαλλήλους σε κομβικές θέσεις, να δώσει αυξήσεις. Σε τομείς όπως η ζωτικής σημασίας υποδομές, η αύξηση της παραγωγικότητας και η ανάπτυξη, εκεί η κυβέρνηση θα πρέπει να επενδύσει χρήμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια αύξηση στους φόρους ή ακόμα και η αύξηση του δημόσιου δανεισμού. Αν όμως τεθούνε ανελαστικοί κανόνες και όρια, με έναν τέτοιο τρόπο που περιορίζουν ένα τέτοιο ευέλικτο σύστημα- υπό τη μορφή μέτρων έκτακτης ανάγκης, αντί για ένα σύστημα με σχεδιασμό μακράς διάρκειας- τότε θα προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά παρά όφελος.

Ο εναγκαλισμός της May με τη λιτότητα, είναι τόσο κακή πολιτική, όσο και λάθος οικονομικά. Οι περισσότεροι από τους Βρετανούς ψηφοφόρους έχουν ξεχάσει ή δεν βίωσαν τις συνέπειες των ανεύθυνων δημόσιων δαπανών. Για αυτό το λόγο οι υποσχέσεις του Corbyn είναι δημοφιλέστερες του αναμενόμενου.

Για να ακριβολογήσουμε, οι καιροί δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκοί για αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική. Το Brexit έχει θέσει σε συναγερμό τους επενδυτές, γεγονός που αφήνει μικρά περιθώρια ελιγμών στη βρετανική κυβέρνηση. Αλλά ακόμα και έτσι η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να παραλύσει- και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί επιχειρήματα ότι αν υπάρξει μια προσεκτική δημοσιονομική ευελιξία, αυτό θα οδηγούσε τη χώρα να γίνει Ελλάδα. Αυτό δεν στέκει. Στοχευμένες δαπάνες οι οποίες θα βελτίωναν ζωτικής σημασίας υπηρεσίες και θα έδιναν ώθηση στη μελλοντική ανάπτυξη, αποτελούν καλή πολιτική και είναι η καλύτερη άμυνα για τη Βρετανία ενόψει των κινδύνων που ελλοχεύουν στο μέλλον.

πηγή: capital, bloomberg