Το κύριο επιχείρημα του άρθρου του Στάθη Καλύβα «Μια παράδοξη κληρονομιά» («Καθημερινή», 18.6.2017) συνοψίζεται στη διατύπωσή του: «Δίχως τον Απρίλιο του ’67 δεν θα είχε υπάρξει ο Ιούλιος του ’74.» Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής στη διαπίστωση ότι ολόκληρη η σχετική με τούτη τη διατύπωση επιχειρηματολογία του άρθρου είναι ακριβώς του ιδίου επιπέδου και ισοδύναμης λογικής αξίας με ένα επιχείρημα του τύπου:

«Χωρίς τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα, δεν θα είχε υπάρξει η ραγδαία ανάπτυξη της παγκόσμιας ευαισθητοποίησης εναντίον του αντισημιτισμού». Ή, ακόμα καλύτερα: «Χωρίς τους μεγάλους και καταστροφικούς σεισμούς, η επιστήμη της σεισμολογίας θα βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα». Και ούτω καθ’ εξής.

Αποκλείεται ο συγγραφέας του εν λόγω άρθρου να είναι τόσο αφελής. Αποκλείεται, δηλαδή, να πιστεύει πως υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να πειστεί από την παραπάνω επιχειρηματολογία έστω και μισός αναγνώστης. Ούτε οι οπαδοί της χούντας θα πείθονταν – καθ’ ότι γι’ αυτούς το «καλό», στο οποίο άθελά της συνέβαλε η χούντα σύμφωνα με τον Στ. Καλύβα, ήτοι ο «πλήρης εκδημοκρατισμός της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας», κάθε άλλο παρά καλό είναι…

Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί γράφτηκε τούτο το άρθρο. Επαναλαμβάνω πως η εν λόγω επιχειρηματολογία αποτελεί το κύριο περιεχόμενο του άρθρου – ή, έστω, το μόνο πράγματι «καινούργιο» που κομίζει το άρθρο στη σχετική συζήτηση.

Ας διακινδυνεύσουμε κάποιες υποθέσεις, που δεν αφορούν βέβαια τα προσωπικά μύχια κίνητρα του συγκεκριμένου αρθρογράφου, αλλά ένα γενικότερο ιδεολογικό και ακαδημαϊκό κλίμα που δείχνει να διαμορφώνεται και του οποίου το άρθρο του Στ. Καλύβα αποτελεί ίσως μια πρώτη «τολμηρή» (ίσως και «διερευνητική») έκφραση. Παραπέμπω εδώ και στο σχετικό κείμενο της «Εφ.Συν.» με τίτλο «Από τα Τάγματα στους συνταγματάρχες» (24-25.6.2017, «Το φάντασμα της Ιστορίας», επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος), που με ώθησε να γράψω τούτες τις σειρές.

Πρώτα απ’ όλα, συμφωνώ με το άρθρο της «Εφ.Συν.» ότι για διάφορους λόγους (τους οποίους εντοπίζει ο αρθρογράφος) το «νέο ιστοριογραφικό ρεύμα» δύσκολα μπορεί να «αναθεωρήσει» την περίοδο της δικτατορίας 1967-1974 όπως έχει κάνει με την εμφυλιοπολεμική περίοδο 1943-1949. Φαίνεται όμως πως η τάση και για τούτη την «αναθεώρηση» ήδη υπάρχει. Και είναι θέμα χρόνου το να παρακολουθήσουμε την εν λόγω τάση στην πλήρη ανάπτυξή της. (Αλλωστε, με τη δικτατορία του Μεταξά μια παρόμοια «αναθεώρηση» έχει ήδη συντελεστεί από την εφημερίδα που φιλοξενεί το άρθρο του Στ. Καλύβα…)

Θα μπορούσαμε ωστόσο να εικάσουμε πως ο στρατηγικός στόχος της «ιστορικής αναθεώρησης» της απριλιανής δικτατορίας είναι περίπου αντίστροφος προς εκείνον στον οποίο αποσκοπούσε η «αναθεώρηση» του Εμφυλίου.

Αν η δεύτερη στόχευε στη δικαίωση των δυνάμεων που εγκαθίδρυσαν το μετεμφυλιακό αντικομμουνιστικό κράτος, το «ξαναγράψιμο της Ιστορίας» της δικτατορίας των συνταγματαρχών δεν έχει βέβαια στόχο τη δικαίωση της Χρυσής Αυγής ή των λοιπών ακραιφνώς ακροδεξιών κληρονόμων της χούντας.

Εδώ οι νεοφιλελεύθεροι «εκσυγχρονιστές» διανοούμενοι διαχωρίζουν σαφώς τη θέση τους – καμία ιδεολογικο-πολιτική συνάφεια δεν αποδέχονται βέβαια με τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό και τους ομοίους τους. Αντιθέτως, γι’ αυτούς θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαν πειστικά να συγκροτήσουν πιθανή συγγένεια μεταξύ της χούντας των συνταγματαρχών και των αντιπάλων τους: ήτοι της Αριστεράς.

Δύσκολο εγχείρημα – παρά τις άγαρμπες κατηγορίες που εξαπολύονται τελευταία περί «χούντας του ΣΥΡΙΖΑ». Γι’ αυτό και η ανάπτυξη της επικοινωνιακής και ιδεολογικής στρατηγικής που θα επιφέρει την εν λόγω συγγένεια χρειάζεται να γίνει σταδιακά.

Στο σχετικό συνέδριο στο Πάντειο, στο οποίο συμμετείχε ο Στ. Καλύβας, όπως διαβάζουμε στο άρθρο της «Εφ.Συν.», ακούστηκαν κάποια πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. «…Κατά πόσο η χούντα, ως αποθέωση ενός λαϊκίστικου μικροαστισμού […] δηλητηρίασε τη Μεταπολίτευση με μια σειρά παθογένειες και καταχρήσεις τις οποίες τις είδαμε έτσι πολύ μπροστά μας στις επόμενες δεκαετίες», αναρωτήθηκε κάποιος.

Το άρθρο του Στ. Καλύβα θέτει τις βάσεις για παρόμοιου τύπου προβληματισμούς. Επειδή αποκλείεται να εννοεί ότι η χούντα επέφερε τον εκδημοκρατισμό διότι κατάργησε τη δημοκρατία, και επειδή δεν μπορεί κοτζάμ καθηγητής του Yale να έγραψε ολόκληρο άρθρο για να μας πει ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού», η υποψία μου είναι ότι το εν λόγω κείμενο δεν αποσκοπεί στον εξωραϊσμό της επταετίας, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας «αναθεώρησης» της Μεταπολίτευσης.

Λαμβάνοντας υπόψη και το κοινό στο οποίο απευθύνεται, στη θετική επίκληση του «πλήρους εκδημοκρατισμού» που επήλθε ως συνέπεια της χούντας, διακρίνουμε πιθανή υφέρπουσα αναφορά στις «σκοτεινές του πλευρές» – στις «παθογένειες και καταχρήσεις»: «λαϊκισμός», «συντεχνίες», «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς»…

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών