Οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της βρετανικής κοινωνίας θέτουν σε αμφισβήτηση την ενότητα του Ηνωμένου Βασιλείου όπως το ξέραμε. Και θέτουν μερικά ουσιαστικά ερωτήματα που απαιτούν απάντηση –και από την Αριστερά.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ κυριαρχούν σε περισσότερο από το ένα τέταρτο των εδαφών του πλανήτη και σχεδόν στο αντίστοιχο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού. Ποτέ πριν στην ιστορία της ανθρωπότητας μια αυτοκρατορία δεν είχε αγγίξει τέτοια μεγέθη. Πενήντα χρόνια αργότερα, το στέμμα της Αγγλίας έχει χάσει σχεδόν το σύνολο των αποικιών του, ενώ δεν διαχειρίζεται παρά τις ζωές τριών ανθρώπων στους διακόσιους.

Το τελευταίο διάστημα εμφανίζονται και νέες ρωγμές. Μετά το δημοψήφισμα του 2016, με το οποίο αποφασίστηκε η έξοδος της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δύο νέα δημοψηφίσματα απειλούν την εδαφική ακεραιότητα του Βασιλείου: εκείνο που θέλει να οργανώσει η πρωθυπουργός της Σκωτίας Νίκολα Στάρτζον υπέρ της ανεξαρτησίας και εκείνο που αξιώνει το κύριο εθνικιστικό κόμμα της Βόρειας Ιρλανδίας Σιν Φέιν, για την επανένωση του Σμαραγδένιου Νησιού. Υπέρμαχο της ευρωπαϊκής προοπτικής, το Λονδίνο σχεδιάζει ομοίως να διαρρήξει τους δεσμούς. Η πρωτεύουσα παράγει σχεδόν το 25% του βρετανικού ΑΕΠ: κατά σειρά, «θα γινόταν το δέκατο πέμπτο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπροστά από την Αυστρία, τη Δανία και την Ιρλανδία», υπολογίζει ο Πίτερ Τζον, στέλεχος των Εργατικών, πεπεισμένος ότι το Brexit έχει καταστήσει πια το ζήτημα της αυτονομίας του Λονδίνου «νόμιμο» («Southwark News», 24 Ιουνίου 2016).

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που μέχρι χθες αποθέωναν τη χώρα ως μοντέλο επιτυχούς παγκοσμιοποίησης και πολυπολιτισμικότητας, σήμερα αποδοκιμάζουν τη μεταμόρφωσή της σε σύμβολο «εθνικιστικής αναδίπλωσης». Πώς εξηγείται μια τέτοια εξέλιξη; Ίσως απ’ το γεγονός ότι το παράδοξο δεν είναι στην πραγματικότητα παράδοξο.

Συχνά η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία αναφέρονται ως έθνη και πράγματι αποτελούν ξεχωριστές χώρες, χωρίς όμως να διεκδικούν (ακόμη) την εθνική κυριαρχία τους, παρά μόνο στο όνομα του Ηνωμένου Βασιλείου. H συνοχή αυτών των πληθυσμών στηρίχθηκε επί μακρόν σε τέσσερις βασικούς παράγοντες: τον εξαναγκασμό, το όραμα της ευημερίας, την αύρα της βασιλικής οικογένειας και μια πολυπολιτισμική αντίληψη της κοινωνίας.

Εξαναγκασμός; Στο βιβλίο του Η Αυτοκρατορία της Βρετανίας, ο ιστορικός Ρίτσαρντ Γκοτ τεκμηριώνει την αγριότητα του Στέμματος, που ως στόχο είχε την εδραίωση της αποικιακής κυριαρχίας του. Η βία δεν έχει εξαφανιστεί, όμως η φιλελεύθερη δημοκρατία προσαρμόζει πλέον με μικρότερη ευκολία τον τρόπο έκφρασης των παραδοσιακών μορφών της.

Ευημερία; Όπως κι αλλού στον κόσμο, η κρίση του 2008 κατέστρεψε το βρετανικό όνειρο για ευμάρεια. Μετά τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης που απαρτιζόταν από είκοσι τρεις εκατομμυριούχους (σε ένα σύνολο είκοσι εννέα υπουργών), ο πρώην πρωθυπουργός των Συντηρητικών Ντέιβιντ Κάμερον δήλωνε ότι η λιτότητα δεν ήταν ένα στάδιο, αλλά ένας «νέος τρόπος ζωής». Δεν έλεγε ψέματα: παρά την πτώση της ανεργίας, καταγράφηκε η μεγαλύτερη πτώση των μισθών των εργαζομένων από την βικτοριανή εποχή.

Προσήλωση στη μοναρχία; Ακόμα αξιοσημείωτο, όπως μαρτυρούν οι μεγάλες τελετές που δίνουν τον τόνο στη ζωή της βασιλικής οικογένειας, το κύρος του Στέμματος «σφίγγει» σταδιακά την Αγγλία. Την ίδια στιγμή, ο ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να ξεμπερδεύει με τη μοναρχία.

Ας μείνουμε λοιπόν στην πολυπολιτισμικότητα, την οποία έκαναν σημαία οι Νέοι Εργατικοί του πρώην πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ (1997-2007). Ποιος ο στόχος του σχεδίου; Να προωθήσει την πολιτιστική ποικιλομορφία στο πλαίσιο ενός πληθυσμού. Στην πραγματικότητα δηλαδή να υπενθυμίσει σε κάθε πολίτη τη «διαφορά» του (θρησκευτική, εθνοτική, σεξουαλική…) προκειμένου να τον πνίξει πιο εύκολα στα παγωμένα, και χωρίς διαφοροποιήσεις, νερά της αγοράς. Σιχ ή προτεστάντες, ομοφυλόφιλοι ή ετεροφυλόφιλοι, λευκοί ή μαύροι, σχεδόν όλοι οι Βρετανοί κάνουν τα ψώνια τους στα ίδια σούπερ μάρκετ, παρακολουθούν τις ίδιες σειρές στην τηλεόραση και ζουν τα ίδιες παράλληλες ζωές. Σε ένα άρθρο του 1993, o Αμερικανός διανοούμενος Ντέιβιντ Ριφ έθετε την εξής ερώτηση: «Οι υπέρμαχοι της πολυπολιτισμικότητας δεν έχουν άραγε παρατηρήσει ότι τα αγαπημένα τους συνθήματα –“πολιτιστική πολυμορφία”, “διαφορά”, “κατάργηση των συνόρων”– μοιάζουν με εκείνα των μεγάλων εταιρειών: “διαφοροποίηση των προϊόντων”, “παγκόσμια αγορά” και “επιχειρήσεις χωρίς σύνορα”;» Υπό αυτή τη θεώρηση του κόσμου, οι κοινωνικές τάξεις έχουν αναιρεθεί. Δεν έχουν εκλείψει βεβαίως, όπως αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος για το Brexit: όσο πιο πλούσιοι τόσο πιο στενά δεμένοι με την Ε.Ε.

Η αμφισβήτηση του διδύμου νεοφιλελευθερισμός-πολυπολιτισμικότητα συνοδεύεται από μία ανανεωμένη θέρμη για την έννοια του έθνους, ή ακόμα και της ταυτότητας – μια εξέλιξη που απειλεί ξανά την εδαφική ακεραιότητα του βασιλείου. Και χαρακτηρίζεται εξίσου από την επιστροφή του κοινωνικού ζητήματος, που οι Νέοι Εργατικοί προσπάθησαν να υποβιβάσουν, αναδεικνύοντας τις «διαφορές». Το πρώτο από τα δύο αυτά κινήματα γεμίζει με αέρα τα πανιά των δεξιών λαϊκιστών. Η Αριστερά θα καταφέρει άραγε να επωφεληθεί από το δεύτερο ώστε να προωθήσει τον δικό της ορισμό του Brexit;

* Ο Renaud Lambert είναι αναπληρωτής αρχισυντάκτης της «Le Monde diplomatique».

πηγή: «Le Monde diplomatique»