Η κρίση στην οποία έχουμε βυθιστεί όλοι μας ως άτομα στις επιμέρους δραστηριότητές μας στην ελληνική κοινωνία κωδικοποιείται στη διεθνή πολιτική γλώσσα ως: «ελληνικό ζήτημα».

Εξ αρχής όμως και οι θεωρητικές αναλύσεις (οι επιμέρους επιστημονικές και οι καθολικές-φιλοσοφικές) αλλά και οι εμπειρικές έρευνες απέφυγαν και αποφεύγουν ακόμη να προσδιορίσουν το «ελληνικό ζήτημα» ως πρόβλημα, δηλαδή ως «πράγμα» με τη φιλοσοφική έννοια του όρου.

Με απλά λόγια: για ποιο πράγμα μιλάμε όσοι μιλάμε ή όσοι τελικά συμμετέχουμε στον σχετικό διάλογο ή στη σχετική συζήτηση.

Αρχικώς το «ελληνικό ζήτημα» σχεδιάστηκε ως υπόθεση δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, η οποία εδώ και δεκαετίες ως κοινωνικό υποσύστημα λειτουργούσε ανορθολογικά.

Δηλαδή ενώ το κράτος στην ελληνική πολιτική κοινωνία ήταν υπερτροφικό και αντιπαραγωγικό, οι δαπάνες του ήταν δυσανάλογες σε σχέση προς αυτά που θα μπορούσε ως λειτουργική μηχανή να παράγει.

Το αντιπαραγωγικό κρατικό μοντέλο σε συνδυασμό με την «πελατειακή σχέση» η οποία είχε αντικαταστήσει την πολιτική σχέση της αντιπροσώπευσης είχαν «κατασκευάσει» τη χρεοκοπία ως κοινωνική συνθήκη.

Τον Απρίλιο του 2010 η ελληνική κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου λαμβάνει την απόφαση να συνάψει συμφωνία με τους εταίρους-δανειστές (το γνωστό «Μνημόνιο») προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του αποκλεισμού της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το σύστημα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Στη σύντομη αυτή ανάλυσή μας δεν έχουμε σκοπό μας να εξιστορήσουμε τις διαχειριστικές πράξεις των ελληνικών κυβερνήσεων κατά την πρόσφατη επταετία (2010-2017) σχετικά με το πολιτικό ή το τεχνοκρατικό έργο που αποβλέπει στην περιώνυμη «επάνοδο στις αγορές».

Ο θεωρητικός και πολιτικός στόχος της ανάλυσής μας έγκειται στο εξής: να καταδειχθεί ότι το «ελληνικό ζήτημα» και από την πλευρά των ελληνικών κυβερνήσεων και από την πλευρά των εταίρων-δανειστών δεν αντιμετωπίστηκε με την πολιτική σαφήνεια και καθαρότητα που το ίδιο ως πολιτικό πρόβλημα επέβαλλε.

Αυτό καθίσταται σαφές μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» «σηκώσουν τα χέρια ψηλά» κατά τη λαϊκή ρήση.

Βρισκόμαστε στον Ιούνιο του 2017 και οι πολίτες στην ελληνική πολιτική κοινωνία αποδεικνύουν με την ίδια την ύπαρξή τους (ως φορολογούμενοι, ως συνταξιούχοι, ως επαγγελματίες κ.λπ.) ότι η περιώνυμη δημοσιονομική προσαρμογή είναι ένα δεδομένο, το οποίο δεν αμφισβητείται.

Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα προέρχονται από τους πολίτες της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Προέρχονται από τις οικονομικές δραστηριότητές τους.

Πράγμα που σημαίνει ότι ο περιώνυμος εξορθολογισμός του οικονομικού υποσυστήματος έχει επιτευχθεί, αλλά με τους όρους της «διαλεκτικής του διαφωτισμού».

Με άλλα λόγια, το άτομο για να ανταποκριθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος πάλεψε με τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξής του.

Πράγματι εάν κανείς σκεφτεί αυτή την ανθρώπινη συνθήκη τότε καταλαβαίνει σε ποιο σημείο ανθρώπινης ζωής βρίσκεται η ίδια η Ελλάδα.

Σε μια πιο εμπειρική εκδοχή, αυτό που θέλω να πω διατυπώνεται ως εξής: «Πληρώνω το κράτος, αλλά όχι μόνο δεν υφίσταμαι πια ως πολίτης, αλλά ούτε ως ανθρώπινη ύπαρξη».

Η πρόταση αυτή συνοψίζει τη δημοσιονομική προσαρμογή της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας και ταυτόχρονα απεικονίζει ανάγλυφα τον «μετέωρο άνθρωπο» που είναι ο σύγχρονος Ελληνας.

Τελικά, όπως φαίνεται από τα πράγματα, όπως θα έλεγαν και οι φαινομενολόγοι, η πραγματικότητα βρίσκεται στη συνείδηση, η οποία τη δημιουργεί.

Το «ελληνικό ζήτημα» ως πρόβλημα δημοσιονομικής ορθολογικότητας φαίνεται πως δεν οδήγησε εδώ και χρόνια στην επίλυσή του. Η νέα επινόηση έχει να κάνει με την ιδέα του χρέους.

Εάν μπορέσουν οι εμπλεκόμενοι να προσδιορίσουν το «ελληνικό ζήτημα» ως πρόβλημα δημόσιου χρέους, τότε θα έχουν κάνει ένα βήμα τεχνοκρατικού επαναπροσδιορισμού του, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν θα έχουν ξεφύγει από την παγίδα του υπαρξιακού προβλήματος.

Συνοψίζοντας τονίζουμε τα εξής: επειδή εξ αρχής το «ελληνικό ζήτημα» δεν ορίστηκε σε φιλοσοφική-πολιτική βάση, αλλά αντιμετωπίστηκε ως τεχνοκρατικό πρόβλημα, σήμερα (το έτος 2017) το ζήτημα αυτό μετατρέπεται σε «γόρδιο δεσμό», το οποίο δεν επιλύουν ούτε οι ελληνικές κυβερνήσεις ούτε τα τεχνοκρατικά προγράμματα των εταίρων-δανειστών.

Και το χειρότερο απ’ όλα συνίσταται στο εξής: το «ελληνικό ζήτημα» καθίσταται ενδημική βιοτική και υπαρξιακή συνθήκη για την ίδια την ελληνική κοινωνία.

πηγή: efsyn