Σαν σήμερα, 21 Απριλίου 1967, πραγματοποιήθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα που έμεινε γνωστό ως Πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, το οποίο εξερράγη τα ξημερώματα τις 21ης Απριλίου 1967, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό και τους συνταγματάρχες Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο. Κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα και επέβαλλε μία στυγνή δικτατορία, που διήρκεσε επτά χρόνια.

Η χώρα την εποχή εκείνη βρισκόταν ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο. Οι εκλογές είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου και την εξουσία ασκούσε από τις 3 Απριλίου η ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον αρχηγό της τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, έχοντας τη συναίνεση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεωργίου Παπανδρέου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης και στις 3:30 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου το στρατιωτικό κίνημα είχε επικρατήσει. Νωρίς το πρωί, το ραδιόφωνο ΕΙΡ έπαιζε εμβατήρια και δημοτικά άσματα και οι αγουροξυπνημένοι Έλληνες άκουγαν τα πρώτα «Αποφασίζομεν και Διατάζομεν» των δικτατόρων, που ήταν η απαγόρευση των συγκεντρώσεων άνω των τριών ατόμων. Με συντακτική πράξη κατά τη διάρκεια της ημέρας ανεστάλησαν οι διατάξεις του Συντάγματος και ματαιώθηκαν οι εκλογές της 28ης Μαΐου 1967.

Στις 7 το πρωί, η ηγεσία των πραξικοπηματιών επισκέφθηκε στα Ανάκτορα του Τατοΐου τον Κωνσταντίνο και του ζήτησε να ορκίσει την κυβέρνησή τους. Η περιοχή ήταν περικυκλωμένη από τανκς για να μην υπάρξει περίπτωση δυναμικής αντίδρασης από τα ανάκτορα. Ο βασιλιάς, παρά την προτροπή του συλληφθέντα πρωθυπουργού Παναγιώτη Κανελλόπουλου να αντισταθεί, συμβιβάστηκε μαζί τους «για να μην χυθεί αίμα ελληνικό» και αργά το απόγευμα όρκισε την κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Κόλλια. Επρόκειτο βέβαια για πρωθυπουργό – μαριονέτα, αφού τα νήματα κινούσε ο ισχυρός άνδρας, συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ο συλληφθείς και αποπεμφθείς αρχηγός του ΓΕΣ Γρηγόριος Σπαντιδάκης, άνθρωπος του βασιλιά, όπως και ο Κόλλιας, προσχώρησε στους κινηματίες και ανέλαβε Υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Την ίδια μέρα άρχισαν και οι συλλήψεις απλών πολιτών, ενώ είχαμε και τα πρώτα θύματα. Τα όργανα της Χούντας δολοφονούν στον Ιππόδρομο, που είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, το στέλεχος της ΕΔΑ Παναγιώτη Ελή, ενώ ένας στρατιώτης πυροβολεί τη νεαρή Αθηναία Μαρία Καλαυρά, γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του. Δέκα ημέρες αργότερα, η Χούντα ανακοίνωσε ότι οι συλληφθέντες ανέρχονταν σε 6509 άτομα, στη συντριπτική τους πλειονότητα αριστερών πεποιθήσεων.

Η Ελλάδα από την 21η Απριλίου 1967 μπήκε στο «γύψο», κατά την έκφραση του Παπαδόπουλου, για 7 χρόνια, 3 μήνες και 3 μέρες. Η Δικτατορία κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος στις 23 Ιουλίου 1974, μετά το εγκληματικό πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο. Η κατάργηση των στοιχειωδών ελευθεριών, οι φυλακές, οι εξορίες και τα βασανιστήρια, οι δολοφονίες των αντιπάλων του καθεστώτος, ο πνευματικός και πολιτιστικός μεσαίωνας, αλλά και η Κυπριακή τραγωδία, καταγράφουν τη Χούντα των Συνταγματαρχών ως μία από τις μελανότερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο «Μπουμπουλίνας 18», της Κίττυς Αρσένη, εκδόσεις Θεμέλιο 2005.

«Ο φόβος του πόνου είναι μεγαλύτερος από την πραγματικότητα του πόνου. Είδα πως θέλανε να με κάνουνε κομμάτια και έμοιαζαν σαν κανίβαλοι. Τους είδα να ηδονίζονται την ώρα που σπαρτάραγα. Αυτή ήταν η δουλειά τους. Δεν με ξέρανε καθόλου. Δεν ξέρανε ίσως την υπόθεσή μου, δε θα περιμένανε προαγωγή από την επιτυχία τους απάνω μου. Θεέ μου από πού τους έχουνε μαζέψει και είναι τόσο ειδικοί στη «δουλειά» τους. Μόνο το μούτρο του Σπανού ήταν ανέκφραστο. Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου μάτια τόσο ξερά. «Θα καθαρίσουμε οι δυο μας», μου λέει και σφυρίζει μάγκικα στα «παιδιά» που περιμένανε. Αυτός θα είναι ο εκπαιδευτής τους. Ένα καμαράκι στη μέση της ταράτσας, παλιό πλυσταριό και ο πάγκος με τα σχοινιά.

Αν μου είχατε αφήσει ένα κομμάτι του κορμιού μου ελεύθερο που να μπορούσα να κρατήσω μιαν αντίσταση … Όσην ώρα αυτός ο ξανθός με τους παραφουσκωμένους μυς βάραγε φάλαγγες, οι άλλοι χοροπηδάγανε απάνω μου, πατούσαν στο στομάχι μου, μου σφίγγανε τον λαιμό, μου ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια.

Τι βλακεία μου να τους φωνάξω ότι θέλω να βλέπω όση ώρα βασανίζομαι….Γιατί εκείνη τη στιγμή πήγε κάποιος να ανάψει το φως. Ο Σπανός όμως τον πρόλαβε: «Όχι φως, αφού θέλει να βλέπει θα μείνει στο σκοτάδι. Κάψτε της τα μάτια!»

Σε μια στιγμή, τι αστείο, μου είπε: «Μίλα, γιατί θα σ΄ αφήσω μόνη σου με αυτούς εδώ και κανείς δε θα τους συγκρατήσει», και άρχισε ο ίδιος να μου ξεσκίζει το φουστάνι…

Μετά μου κλείσανε το στόμα με μια πατσαβούρα. Ο Σπανός χτύπαγε μια το κεφάλι μου, μια το άδειο καζάνι που ήταν δίπλα. Και μετά βάλανε μπροστά το μηχάνημα που κάνει θόρυβο μοτοσικλέτας. «Μη φωνάζεις, κανείς δε σ΄ακούει, κανείς, μίλα, λέγε!»Τότε τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Μόνο σε μια στιγμή ο Σπανός λέει: «Να την ρίξουμε από την ταράτσα κάτω να γίνει κομμάτια». Τότε ανάσανα. Τό θελα τόσο πολύ να πεθάνω. Μα δεν το κάνανε.

Και αυτοί συνέχεια ντοπαριζόντουσαν, πάθαιναν κάτι σαν αμόκ και εγώ δεν μπορούσα ούτε το μικρό δαχτυλάκι του χεριού μου να σφίξω.
Μετά ανέβηκε ο Γεωργαντάς, αυτός που μου είχε κάνει επίσκεψη στο κελί μου για να με πείσει για το «συμφέρον μου» και είπε: «Λύστε την». Και κάποιος άλλος, μάλλον ο γιατρός Κιούπης, μου έπιασε τον σφυγμό και μου κοίταξε τα πόδια. Ένας απ΄ αυτούς που με βασάνιζαν μου πρόσφερε τσιγάρο και έφυγε βλαστημώντας που δεν τον καταδέχτηκα!…

Ο Σπανός ήταν πολύ ευχαριστημένος και έτριβε τα χέρια του όταν με κατέβασαν σηκωτή και με παρέδωσαν στους Λάμπρου, Μάλλιο και Μπάμπαλη, που περίμεναν στο γραφείο. Μόνο αυτοί περίμεναν περισσότερα. «Αύριο θα επαναληφθεί το ίδιο», είπανε. «Μέχρι τότε θα μείνεις άυπνη με εναλλάξ ανακριτές. Δε θα μας κοροϊδέψεις εσύ». Ο Μπάμπαλης σε μια στιγμή έβαλε το χέρι του στον ώμο μου. Τότε δεν άντεξα και ξεφώνησα. «Μη μ΄ αγγίζεις… Μη μ΄ αγγίζεις. Μη με ξαναγγίξει κανείς σας…». Ο Μάλλιος έτρεξε να κλείσει την πόρτα για να μην ακουστούνε οι φωνές μου σε όλο το κτήριο. Πανηγύριζε και χοροπήδαγε. «Βλέπεις. Βλέπεις πως είναι τα νεύρα σου, βλέπεις!». Θα πρέπει να ήταν χαράματα όταν ο Λάμπρου παραιτήθηκε από το κόλπο της αϋπνίας. Είχα συνέλθει και θα κατάλαβε φαίνεται- μπορούσα μια χαρά να μείνω ξύπνια πολλές νύχτες. Είπε: «Αύριο το ίδιο και σκληρότερα». Πήγανε να με σηκώσουνε. «Όχι θα τα καταφέρω μόνη μου» και σωριάστηκα χάμω. Τα πόδια μου δε με υπακούσανε.

Τώρα γιατί δεν έρχονται να τελειώνουμε; Είναι δυνατόν να κατάλαβαν ότι τώρα πια τους περιμένω και δεν τους φοβάμαι, γι΄αυτό δεν έρχονται; Ή παίζουνε με τα νεύρα μου;

Γιατί δεν έρχονται;»