Εκδήλωση της Ενωτικής Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς πραγματοποιήθηκε χθες σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας με θέμα τις εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, με ομιλητές τον Πρόεδρο της Βουλής Ν. Βούτση, τον καθηγητή ΕΚΠΑ Ν. Μαραβέγια, τον επικεφαλής της Κίνησης Φ. Κουβέλη και συντονιστή της συζήτησης τον δημοσιογράφο Παν. Παναγώτου.

Ακολουθούν οι παρεμβάσεις των ομιλητών 


Σημεία της ομιλίας του Παν. Παναγιώτου

  • Μετά από 60 χρόνια η Ε.Ε. βρίσκεται σε «σταυροδρόμι». Η εξέλιξη δεν ήταν «γραμμική».
  • Η «σύγκλιση» που επετεύχθη, απέχει πολύ, από τον στόχο της «ευρωπαϊκής ενοποίησης».
  • Οι ανισότητες διευρύνθηκαν.

Ο κόσμος αλλάζει

  • Ο «διεθνής ανταγωνισμός» υπονομεύει τα ευρωπαϊκά κεκτημένα.
  • Η «μαζική μετανάστευση» δημιουργεί αναταραχή στην Ευρώπη και δοκιμάζει τα καταστατικά θεμέλιά της.
  • Και μαζί μάλιστα με την «νεοφιλελεύθερη κυριαρχία», δημιουργεί προνομιακό έδαφος για τον Ακροδεξιό- Αντιευρωπαϊκό Λαϊκισμό.

Οι δυο δομικές αδυναμίες

  1. Οπισθοχώρηση στην δημιουργία ισχυρής «ευρωπαϊκής ταυτότητας», που προϋποθέτει «ευρωπαϊκό δήμο», «πολιτική κοινότητα» και περισσότερη Δημοκρατία.
  1. Το «κοινό νόμισμα» δεν υποστηρίζεται, από κοινή οικονομική πολιτική και διακυβέρνηση.

 Αυτό ενισχύει τις «οικονομικές ανισότητες» και άρα τα «πεδία ισχύος» στο εσωτερικό της. Και υπονομεύει την ιδέα μιας «Ένωσης ισότιμων χωρών».

Πολιτικές αιτίες της ευρωπαϊκής κρίσης

  • Η σταδιακή επικράτηση του «νεοφιλελεύθερου» μοντέλου ανάπτυξης έναντι του «κοινωνικού».
  • Η υποχώρηση της «Ένωσης ισότιμων χωρών» σε μια «Γερμανική Ευρώπη».
  • Η συρρίκνωση του λόγου και του ρόλου, των σοσιαλιστικών, αριστερών και οικολογικών δυνάμεων της Ευρώπης.

 

Τα καλά νέα

  • Η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών, εξακολουθεί να είναι υπέρ της ευρωπαϊκής σύγκλισης και της αλληλεγγύης.
  • Και η μεγάλη συζήτηση και ο προβληματισμός που άνοιξε, για το μέλλον της Ευρώπης, όπου συμμετέχουν όχι μόνο οι ευρωπαϊκές ελίτ αλλά και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες.

 

Στην εκδήλωση  ο Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, μεταξύ άλλων ανέφερε τα παρακάτω:

Επιτακτική είναι η ανάγκη για τη διαμόρφωση εναλλακτικής προοδευτικής πρότασης που θα στηρίζεται σε αντίστοιχο συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Διακήρυξη της Ρώμης αντανακλά και απεικονίζει την αμηχανία και την έλλειψη σταθερής πυξίδας, ώστε να διορθωθούν τα ‘κακώς κείμενα’, τα οποία αναγνωρίζονται μεν ως περιεχόμενα και ως τίτλοι για μια ατζέντα προκλήσεων, οι οποίες θα πρέπει να απαντηθούν. Πλην όμως είναι απολύτως σαφές ότι αυτή είναι μία ανεπαρκής προσέγγιση. Γιατί δεν υπάρχει η αναγκαία συμφωνία και η πολιτική βούληση τόσο για να προσδιοριστούν οι πραγματικές αιτίες που τα δημιουργούν και τα γιγαντώνουν, όσο βεβαίως και για να ασκηθούν οι εναλλακτικές πολιτικές για την αντιμετώπισή τους στο πλαίσιο μίας νέας αρχιτεκτονικής και μίας ουσιαστικής δημοκρατικής ενίσχυσης της Ένωσης

Έτσι, μέσα από την προσχηματικά οραματική συνθηματολογία για το ‘όλοι ενωμένοι μόνο μπορούμε’, προβάλλει αδρά η σαφής προεργασία για να σχηματοποιηθεί μέσα στο 2017 μία Ένωση με δύο ή και τρεις ταχύτητες που θα δυσχεραίνει τις συγκλίσεις, τις πολλαπλές επιλογές και τη λείανση των δεδομένων ανισοτήτων ανάμεσα σε χώρες και οικονομίες που συγκροτούν τη σημερινή πραγματικότητα της Ε.Ε. Οι πολιτικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, των πρασίνων, των σοσιαλιστών που με σαφήνεια αποκολλώνται από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και τις μέχρι τούδε συνεργασίες τους, μπορούν να συναποτελέσουν τον παράγοντα ενθάρρυνσης και αφύπνισης των κοινωνικών αντιστάσεων στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία που παράγει τον ακροδεξιό λαϊκισμό, την εθνοκεντρική οπτική και αναδίπλωση, την ξενοφοβική πρακτική.

Οι αντιστοιχίες με τους προβληματισμούς και τα προτάγματα των διεργασιών στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας είναι προφανείς, καθώς όλοι αναγνωρίζουν δύο βασικά δεδομένα: Πρώτον, ότι το ‘ελληνικό ζήτημα’ με όλες τις παραμέτρους του εντάσσεται και ανατροφοδοτείται στο ‘μεγάλο κάδρο’ των εξελίξεων στην Ε.Ε., και δεύτερον, ότι η χώρα μας για προφανείς και ιδιαίτερα αναγνωρισμένους στην παρούσα φάση λόγους αποτελεί ισχυρό πυλώνα σταθερότητας με σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στην περιοχή μας, όχι μόνο λόγω του προσφυγικού και της γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην περιοχή, αλλά και για λόγους οικονομικούς, αναπτυξιακούς όπως π.χ. οι ενεργειακοί δρόμοι και το διεθνές εμπόριο από την Ανατολή. Εκ τω πραγμάτων λοιπόν –όσο και εάν έρχονται και επανέρχονται απόψεις για το grexit ή ακόμα κι αν μερικές φορές υφιστάμεθα συμπεριφορές αποικιακού χαρακτήρα, ή επίσης και οριακές απαράδεκτες απαιτήσεις ως χώρα ‘πειραματόζωο”—υπάρχουν οι αντικειμενικοί όροι ώστε η χώρα μας να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Ως εμβρυουλκός γενικότερων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων και διεργασιών για τη διαμόρφωση του προοδευτικού συσχετισμού και την ανόρθωση του αξιακού πλαισίου για μία νέα νοηματοδότηση της Ε.Ε. ως πόλου ειρήνης, κοινωνικών συγκλίσεων και δικαιωμάτων, βιώσιμης ανάπτυξης με αλληλεγγύη, με υψηλό επίπεδο νομικών εγγυήσεων και καταπολέμηση κάθε μορφής δυσανεξίας και μισαλλοδοξίας.

Η αναδιαμόρφωση ενός πολιτικού αντι-νεοφιλελεύθερου μετώπου με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων δυνάμεων, αντίστοιχων με αυτές που στην Ευρώπη συγκλίνουν, μπολιασμένη βεβαίως και με συνεργασίες που δοκιμάζονται σε συνθήκες διακυβέρνησης μέσα από το ευρύ αντιμνημονιακό ρεύμα, μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει βάσιμα να έχει λόγο και μία δυναμική ηγεμονίας, τόσο μέσα στο χρονικό όριο μέχρι την τυπική περάτωση του δεσμευτικού τρίτου προγράμματος που υλοποιείται, όσο και για την προετοιμασία για την Ελλάδα “μετά τα μνημόνια”.

Είναι προφανής η αντίθεσή μας με τις προσπάθειες παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής ζωής, όπως και με αυτές κινήσεων ή κομμάτων, που τροφοδοτούν μία, επικοινωνιακή, πολιτική κινητικότητα με προφανή στόχο την αναπαλαίωση του πολιτικού συστήματος. Εργάζονται με όπλα την κινδυνολογία, την ακατάσχετη εκλογολογία, την ‘προθυμία’ για προσαρμογή στις απαιτήσεις των δανειστών και την προπαγάνδα από στρατευμένα Μ.Μ.Ε. για την με κάθε θυσία πολιτική τους επιβίωση, στο όνομα δήθεν της σωτηρίας της χώρας και του ‘ευρωπαϊσμού’.

Για την ανακοπή της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ με οποιαδήποτε διακινδύνευση και την προφύλαξη μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που εθίγησαν ή κινδυνεύουν να θιγούν από το χτύπημα της διαχρονικής διαπλοκής και από την αναζήτηση των εγκληματικών ευθυνών που οδήγησαν τη χώρα στη χρεωκοπία.


Απόσπασμα από την ομιλία του Ναπ. Μαραβέγια:

Τα τελευταία χρόνια. Ο τρόπος που επιχειρείται η ευρωπαϊκή ενοποίηση, φαίνεται να προβληματίζει τους Ευρωπαίους πολίτες. Το αποκορύφωμα της άρνησης της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης ήρθε με το πρόσφατο δημοψήφισμα στη Βρετανία. Βεβαίως στην αρνητική στάση μεγάλου μέρους των πολιτών σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες παίζουν σημαντικό ρόλο και ζητήματα εσωτερικής πολιτικής (ανεργία, κοινωνικές ανισότητες, μετανάστες, οικονομική δυσπραγία κ.α.)

Όμως η διάσταση μεταξύ διακηρύξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πραγματικών επιτευγμάτων για τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των Ευρωπαίων πολιτών μεγαλώνει. Η Ε.Ε. εμφανίζεται αδύναμη να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών με την αναγκαία αλληλεγγύη από την πλευρά των πλουσιότερων χωρών- μελών έναντι των φτωχότερων, ενώ ταυτόχρονα, αποδεικνύεται ανίκανη να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά το προσφυγικό ζήτημα.

Φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να πείσει ότι βρίσκεται σε μια πορεία που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της πλειονότητας των Ευρωπαίων πολιτών, επειδή εν ονόματι της συναίνεσης, η πολιτική που ασκεί έχει απογυμνωθεί από κάθε πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο και περιορίζεται σε μια τεχνοκρατική διαχείριση.

Αυτή η τεχνοκρατική διαχείριση εμφανίζεται ως η μοναδική δυνατή επιλογή προτάσσει, αποκλειστικά σχεδόν , την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και δεν φαίνεται να υπολογίζει τις ανάγκες των λιγότερο ευνοημένων χωρών, περιοχών και πολιτών.

Η αυστηρή τήρηση των κανόνων γερμανικής έμπνευσης από όλες τις χώρες της ευρωζώνης, χωρίς νομιμοποίηση από την πλειοψηφία των πολιτών τους, για τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και του κοινού νομίσματος, εντείνει την οικονομική δυσπραγία των περισσότερων πολιτών και περιορίζει τις δυνατότητες άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής στις λιγότερο αποδοτικές οικονομίες των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

H σε παγκόσμια κλίμακα στροφή από την κευνσιανή ρύθμιση της οικονομίας. προς τα προτάγματα των οικονομικών της προσφοράς, με την απορρύθμιση κάθε προστατευτικού κοινωνικού πλαισίου και την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους από την δεκαετία του ’80, οδήγησε σε τεράστια αύξηση των περιφερειακών και Κοινωνικών ανισοτήτων σχεδόν σε όλες τις χώρες, αλλά και μεταξύ των χωρών,

Καθώς ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των πολιτών ανησυχεί για το μέλλον του μπροστά στην αυξανόμενη ανεργία , τη φτωχοποίηση και το φόβο των μεταναστών, ο λαϊκισμός και η δημαγωγία βρίσκουν εύφορο έδαφος σχεδόν σ όλες τις χώρες – μέλη της Ε.Ε. αλλά και στις ΗΠΑ. Αναδεικνύονται, έτσι, ηγέτες, που υπόσχονται παραδείσους , αρκεί να επιστρέψουμε στα εθνικά κράτη. Ειδικότερα, η δαιμονοποίηση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης προσφέρεται για άγρα των πολιτών – ψηφοφόρων που βρίσκονται σε επισφαλή οικονομική κατάσταση.

Ωστόσο, τίποτα δεν είναι αναλλoίωτο ούτε νομοτελειακό. Η πολιτική πράξη έχει πολλές δυνατότητες και η οικονομία δεν έχει σιδερένιους νόμους . Παρά την πίεση που ασκεί η προϊούσα παγκοσμιοποίηση, η οποία επιβάλλει τους περιορισμούς της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Αυτές, προφανώς, δεν είναι η επιστροφή στο εθνικό κράτος και η άνοδος του εθνικισμού, που οδηγεί στη σύγκρουση, όπως συνέβη στο Μεσοπόλεμο.

Η αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της ΕΕ προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και της εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης, προφανώς εξαρτάται από τους συσχετισμούς των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ώστε να επιστρέψει η πολιτική έναντι της άχρωμης τεχνοκρατικής διαχείρισης και έτσι, να προσφέρονται εναλλακτικές επιλογές στους Ευρωπαίους πολίτες.


Αναλυτικά τα σημεία της ομιλίας του Φώτη Κουβέλη 

  • Διανύουμε μια περίοδο που όλα γύρω μας αλλάζουν.

Η παγκοσμιοποίηση, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν οδήγησε στην ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη. Εξυπηρέτησε τις πολυεθνικές να αυξήσουν τα κέρδη τους. Δεν μείωσε συνολικά τις αντιθέσεις.

Η δυτική οικονομία εισήλθε σε στασιμότητα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αμερική εγκαταστάθηκε πολύ χαμηλή μεγέθυνση. Από το 2000 έως το 2015 γνώρισαν αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 4,4% και 6,7% αντίστοιχα, ενώ τη δεκαπενταετία 1985-1999 η αύξησή του ήταν κοντά στο 42%.

Αυτού του τύπου η παγκοσμιοποίηση ενισχύει το ρόλο των αγορών, μειώνει το ρόλο της πολιτικής και αφήνει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έξω από τα οικονομικά αποτελέσματα που αυτή δημιουργεί.

Στο πλαίσιο αυτό η Ε.Ε αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις που απειλούν τη συνοχή και την προοπτική της. «Πολυκρίση» την είπε ο Γιούνγκερ. Οξύνονται τα οικονομικά προβλήματα – κυρίως στις χώρες του Νότου – όπως τα υψηλά χρέη, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, η αστάθεια των τραπεζών, η μεγέθυνση της ανεργίας, η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, η συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων και η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Επιπροσθέτως, η προσφυγική κρίση διαίρεσε την Ευρώπη και έδειξε μια α λα καρτ δέσμευση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές αξίες. Η ίδια η λειτουργία της Ένωσης έχει μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα.

 Βασική αιτία της αναποτελεσματικής αντιμετώπισης της κρίσης είναι ότι είναι λίγα εκείνα που έκανε η  Ε.Ε ως ένωση για την αντιμετώπισή της.

  • Σε αυτό το περιβάλλον γίνονται συχνά ευεπίφοροι στον εθνικισμό και τον εθνικό απομονωτισμό όσοι φοβούνται τις μετακινήσεις πληθυσμών  και όσοι βιώνουν μεγαλύτερη ανισότητα σε σχέση με το παρελθόν ή αισθάνονται ότι απειλούνται από την φτωχοποίηση.

Η νίκη του Τράμπ και το BREXIT εξέφρασαν αυτό το  κλίμα δυσφορίας και επέφεραν μια νέα κατάσταση: Όσα θεωρούνταν αδιανόητα, τώρα πραγματοποιούνται: η απομόνωση από βασικές δημοκρατικές αρχές , ο κοινωνικός διχασμός, η απόρριψη των μειονοτήτων,  η καταστρατήγηση δικαιωμάτων, η εχθρότητα προς γειτονικά κράτη.  Με την πολιτική Τράμπ εισάγεται η πολιτική των ανοικτών αντιπαραθέσεων αλλά και εμπορικοί  πόλεμοι, πρακτική που  δεν πρόκειται να προστατεύσει τις θέσεις εργασίας και το βιοτικό επίπεδο των Αμερικανών, αφού ο πόλεμος δασμών θα πλήξει τις αμερικανικές εξαγωγές και θα αυξήσει και τις τιμές των προϊόντων.

Ειδικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση ο Τράμπ θέλει τον κατακερματισμό της, παίζει ανοιχτά το χαρτί του διχασμού της,  ώστε να αποδυναμώσει την ισχύ της και να επιβάλει στη συνέχεια τους όρους του σε κάθε κράτος ξεχωριστά με διμερείς συμφωνίες.

Οι εθνικιστικές ιδέες και οι αντιισλαμιστικές προκαταλήψεις, σε συνάρτηση με την ενίσχυση του αυταρχισμού, σε χώρες όπως η Ρωσία και η Τουρκία, δημιουργούν νέα δεδομένα και νέους κινδύνους, έναντι των οποίων η Ε.Ε πρέπει να τοποθετηθεί.

  • Η Ε.Ε δεν έχει κατακτήσει της ενοποίηση της και επιμένει δογματικά στις πολιτικές λιτότητας που υπονομεύουν τη συνοχή της και την εμπιστοσύνη των λαών.

Είναι καίρια και σημαντική η επισήμανση του Ετιέν Μπαλιμπάρ:

«Η κρίση της σημερινής Ευρώπης… προετοιμάστηκε από το γεγονός ότι οι θεσμοί και οι φορείς εξουσίας της λειτούργησαν συστηματικά εις βάρος της  δυνατότητας των λαών να συμμετέχουν στην ίδια τους την ιστορία. Το γεγονός όμως που την επιτάχυνε, ήταν το ότι κλήθηκε να λειτουργήσει επίτηδες όχι σαν ένας χώρος αλληλεγγύης μεταξύ των μελών του και πρωτοβουλιών απέναντι στους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης, αλλά ως όργανο διείσδυσης του παγκόσμιου ανταγωνισμού στην καρδιά του ευρωπαϊκού χώρου…»

  • Αν οι πολιτικές δυνάμεις που είναι υπέρ της Ευρώπης δεν αναπτύξουν πειστικό πρόγραμμα εξόδου από την οικονομική και μεταναστευτική κρίση, η ακροδεξιά θα έχει όλο και μεγαλύτερα κέρδη. Ακόμη όμως και να μην υπερισχύσει η ακροδεξιά, εξίσου επικίνδυνη είναι η επιρροή που αποκτά και όσα ενσταλάζει στον κοινωνικό ιστό.

Εάν, κυρίως, η Γερμανία φανεί, εντέλει, απρόθυμη να αναλάβει το κόστος προωθητικών κινήσεων μεγάλης εμβέλειας, τότε η αστάθεια θα επιφέρει την κατάρρευση της Ένωσης.

  • Λύση στο πρόβλημα της Ε.Ε δεν μπορεί να  είναι μόνον μια πρόσκαιρη συσπείρωση ενάντια στα ακροδεξιά ρεύματα  και στις διαλυτικές τάσεις  εντός της Ε.Ε.

Λύση δεν είναι η νεοφιλελεύθερη γραμμή Σόιμπλε που προκρίνει τη συνέχιση της δημοσιονομικής λιτότητας. Αυτή ακριβώς είναι η γραμμή που ενισχύει τον ευρωσκεπτικισμό και οδηγεί σε μια  «Γερμανική Ευρώπη», έστω και μικρότερη από τη σημερινή.

Το πολιτικό σχέδιο της υπεράσπισης της Ε.Ε δεν μπορεί να είναι ένας τεχνοκρατικός εκσυγχρονισμός που αφήνει τη μισή κοινωνία έξω από την εξέλιξη.

Δεν αποτελεί όμως  λύση, αντίθετα αποτελεί οπισθοδρόμηση, η αποδυνάμωση των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών στο όνομα του αυτοκαθορισμού του κάθε κράτους μέλους. 

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια αξιόλογη πολιτική εναλλακτική πρόταση, μια θετική υποστήριξη για την Ε.Ε μέσα από την προώθηση μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.

Τα κράτη πρέπει να εκχωρούν εξουσία, όμως η συμμετοχή των πολιτών πρέπει να μεταφέρεται από το κρατικό επίπεδο στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενοποίηση να μην σημαίνει απώλεια της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, αλλά τον μετασχηματισμό και την ενσωμάτωση αυτής της συμμετοχής σε οριζόντιο επίπεδο μέσα στη λειτουργία των θεσμών της Ε.Ε.

Το ζητούμενο είναι να συντελεστεί ένας ουσιαστικός εκδημοκρατισμός που θα ενισχύσει την αντιπροσωπευτικότητα και τη συμμετοχή των πολιτών. Μάλιστα, η καθιέρωση δημοκρατικών θεσμών σε επίπεδο Ε.Ε πρέπει να προχωρήσει περισσότερο από τη δημοκρατία που υπάρχει στο επίπεδο κράτους- μέλους.

Λύση είναι μόνο ένας νέος ευρωπαϊκός προσανατολισμός που θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: στον άμεσο τερματισμό της λιτότητας και στην επιτάχυνση της πολιτικής και κοινωνικής ενοποίησης.

Η προσέγγιση μας υπέρ της ενίσχυσης της Ε.Ε δεν στηρίζεται μόνο σε οικονομικές αναγκαιότητες, αλλά εξίσου και σε πολιτικές και πολιτισμικές συντεταγμένες, για τη διατήρηση, την ενίσχυση και τη μετάβαση σε  ένα ανώτερο στάδιο των κατακτήσεων του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

  • Το πολιτικό σχέδιο για την προωθητική επανεκκίνηση της Ε.Ε πρέπει να λάβει υπόψη τη διαφορετική αντίληψη που έχουν για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα οι λαοί της Ευρώπης, τις επιμέρους διαφορές των συμφερόντων των κρατών μελών, τις υπαρκτές διαφορές των πολιτικών ρευμάτων, όμως σε κάθε περίπτωση πρέπει να κινηθεί ταχύτατα προς τα εμπρός. Όπως έλεγε ο Αβραάμ Λίνκνολν «Τα δόγματα του ήρεμου παρελθόντος είναι ανεπαρκή στο θυελλώδες παρόν». Η Ε.Ε πρέπει να κάνει μια δυναμική επανεκκίνηση με άμεσο τερματισμό της λιτότητας και επιτάχυνση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης με όρους δημοκρατίας, κοινωνικής συνοχής και συνανάπτυξης.
  • Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε 5 σενάρια εξέλιξης της Ε.Ε.

Το σενάριο που δίνει προοπτική είναι το « πιο μακριά, πιο δυνατά, όλοι μαζί». Αυτό το σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.
  • Μέτρα κοινής αντιμετώπισης του χρέους.
  • Δημιουργία ενός υπουργείου Οικονομικών και ενός κοινού προϋπολογισμού που θα τελεί υπό τον έλεγχο του Ευρωκοινοβουλίου.
  • Σύνδεση της δημοσιονομικής προσαρμογής κυρίως με την ανάπτυξη.
  • Ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πολιτική ώστε να υπάρχουν επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.
  • Φορολογική εναρμόνιση.
  • Προσπάθεια συμφωνιών στην κατεύθυνση της πολιτικής διεύθυνσης της παγκοσμιοποίησης.
  • Τραπεζική ενοποίηση για χρηματοδοτική σταθερότητα και παροχή ρευστότητας σε όλη την Ε.Ε . Ήδη η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ε.Ε φτάνουν τα 920 δις.
  • Σημαντική ενίσχυση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και κυρίως εγγύηση των συνόρων της Ε.Ε καθώς οι ΗΠΑ σταδιακά απομακρύνονται από το ρόλο της παγκόσμιας υπερδύναμης και η Ευρώπη αναγκαστικά θα αναλάβει με δική της κύρια ευθύνη την  ασφάλεια της ή τουλάχιστον να αυξήσει την συμμετοχή της σε θέματα εξωτερικής ασφάλειας. 
  • Αντιμετώπιση από κοινού του προσφυγικού.
  • Σταδιακή δημιουργία ισχυρών δημοκρατικών θεσμών σε επίπεδο Ε.Ε. και, γενικότερα, φροντίδα ώστε η συμμετοχή των πολιτών να μεταφέρεται από το κρατικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
  • Η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική πρέπει να προβλέπει μια ολοκληρωμένη ζώνη του ευρώ. Δεν πρέπει να υπάρχει κανένας αποκλεισμός για όποια χώρα θέλει να συμμετάσχει σε ενισχυμένες μορφές συνεργασίας.

Δεν μπορεί παρά να είμαστε αντίθετοι στην Ευρώπη των δύο ή πολλαπλών ταχυτήτων εάν αυτό επιβάλλεται ως διαδικασία περαιτέρω άνισης ανάπτυξης, με τον ορισμό κριτηρίων που δεν μπορούν να καλύψουν οι χώρες του Νότου. Αντίθετα, δεν μπορείς να το αρνηθείς, εάν κάποιες χώρες αναγκαστούν να προχωρήσουν ως ομάδα, γιατί άλλες χώρες προτιμούν να μην συμμετέχουν, είτε  επειδή θεωρούν ότι μη συμμετέχοντας σε διαδικασίες περαιτέρω ενοποίησης θα πάνε καλύτερα οικονομικά, είτε επειδή δεν θέλουν να εκχωρήσουν αρμοδιότητες του έθνους- κράτους.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπάρχει θεσμοθέτηση  αποκλεισμών για τα αδύναμα κράτη- μέλη της ευρωζώνης με τον ορισμό κριτηρίων που δεν μπορούν να καλύψουν, διότι σε αυτή την περίπτωση θα σημάνει διάσπαση της  ευρωζώνης. 

  • Οι προοδευτικές δυνάμεις εάν θέλουν να είναι πράγματι προοδευτικές δεν μπορεί να είναι παρατηρητές της σύγκρουσης ή να μένουν ανενεργές σε ό,τι αφορά τις συμμαχίες τους.

 Χρειάζεται να πάρουν μέρος στον αγώνα υπέρ της ευρωπαϊκής ενοποίησης και όχι να περιμένουν ότι θα εκφράσουν ένα αντισυστημικό πλην όμως εθνικιστικό και φυγόκεντρο ρεύμα στην Ευρώπη.  Εάν δείξουν ταλάντευση, το  ρεύμα επιστροφής στο έθνος κράτος θα κυριαρχήσει σε Ελλάδα και Ευρώπη με τρομακτικές επιπτώσεις για την ειρήνη, τη δημοκρατία και το βιοτικό επίπεδο των λαών της Ε.Ε. Με αυτή την έννοια οι αλλαγές των συσχετισμών προς όφελος των προοδευτικών δυνάμεων στις χώρες μέλη της Ευρώπης (Ελλάδα, Πορτογαλία, άνοδος Ποδέμος στην Ισπανία κ.α ) έχουν  θετικό υπέρ των κοινωνιών αποτέλεσμα εάν λειτουργήσουν πρωταγωνιστικά για την νοηματοδότηση και πάλι της ευρωπαϊκής ενοποίησης, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να δώσουν το δικό τους στίγμα.

 Οι προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να  ξαναθέσουν το αίτημα και την προοπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης με σύγχρονους όρους.

 Μόνο έτσι η Ε.Ε θα μπορέσει να κερδίσει τη νομιμοποίηση της και οι προοδευτικές δυνάμεις να βρουν την ταυτότητα και την προοπτική τους.

 Και αυτή η συσπείρωση αλλά και το πρόγραμμα πρέπει να αναδεικνύουν και να προωθούν σύγχρονες προοδευτικές λύσεις..

 Οι σοσιαλδημοκράτες το 2000 ήταν στην κυβέρνηση σε 12 από τις 15 χώρες, αλλά δεν πέτυχαν να μειώσουν τις ανισότητες και να διατηρήσουν το κοινωνικό κράτος και έτσι έχασαν.  Παλιά η Αριστερά αγωνιζόταν για την αναδιανομή. Τώρα πρέπει να αναδείξει και να προωθήσει μια νέα παραγωγή και αναδιανομή, ένα κοινωνικό κράτος που θα προστατεύει χωρίς να παράγει παθογένειες που μειώνουν τη συμμετοχή στην εργασία και την οικονομική αποτελεσματικότητα Όμως αυτός ο νέος ορίζοντας, η ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση, μπορεί να ανοίξει μόνο από τις προοδευτικές δυνάμεις.

  • Η πολιτική συμμαχιών πρέπει να αρθρωθεί με τη λογική των ευρύτερων δυνατών συμμαχιών στην πολιτική διεκδίκηση που συνίσταται στο εάν η Ε.Ε θα κινηθεί προς τα εμπρός ή θα πισωγυρίσει και εν τέλει θα διαλυθεί. Σήμερα η σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων που υποστηρίζουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και των δυνάμεων που θέλουν τη διάλυση ή τη διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι διαχωριστική γραμμή. Αυτό δίνει την δυνατότητα και ορίζει την υποχρέωση να εργασθούμε για την ανάπτυξη ευρύτατων συμμαχιών υπέρ της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πρώτα απ’όλα για την αντιμετώπιση των εθνικισμών. Ταυτόχρονα, για την προώθηση πολιτικών μεγάλης εμβέλειας στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των διαδικασιών πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης, που προϋποθέτουν την ευρύτερη κοινωνική αποδοχή.
  • Κεντρικός στόχος της χώρας πρέπει να είναι ή έξοδος από την κρίση με διαδικασίες ενισχυμένης συνεργασίας εντός της Ε.Ε και η προστασία των συνόρων της με την ενίσχυση της κοινής άμυνας. Η επιλογή της ένταξης στο ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι επιλογή στρατηγικής και  αφορά την ταυτότητα της χώρας και τον τρόπο που θέλει να συμμετάσχει στις διαδικασίες διεθνοποίησης.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα πρέπει να διεκδικεί τη διαρκή βελτίωση των όρων στις σχέσεις της με τους δανειστές, δημιουργώντας δυνατότητες για πολιτικές συμμαχίες και επίδραση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Όμως για να έχουν νόημα οι διεκδικήσεις πρέπει ταυτόχρονα η χώρα μας να αντιμετωπίσει αυτά που εξαρτώνται αποκλειστικά ή κυρίως από την ίδια. Να προωθήσει χωρίς καθυστερήσεις ένα αξιόπιστο και συνεκτικό πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων που θα αντιμετωπίσει τις παθογένειες και τις αδικίες του παρελθόντος, συγκροτώντας πρωτίστως ένα σύγχρονο και  αποδοτικό κράτος και αλλάζοντας το παραγωγικό της μοντέλο με δίκαιη ανάπτυξη.

Έτσι θα μπορέσει να πετυχαίνει καλύτερες ρυθμίσεις σε θέματα χρέους και αναπτυξιακών ενισχύσεων, θα μπορεί να ελκύει επενδύσεις και να περάσει σε μια νέα φάση αναπτυξιακής τροχιάς.

  • Κρίσιμο ζήτημα είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Είναι κατάκτηση καταρχάς ότι τα όποια μέτρα υπάρξουν δεν θα ενισχύουν τη λιτότητα και ότι θα συνοδεύονται με ταυτόχρονη νομοθετική ρύθμιση για αντίμετρα.

Κρίσιμο θέμα είναι τα εργασιακά, καθώς η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας θα λειτουργήσει ενισχυτικά στην αναστροφή της καθοδικής πορείας στην αγορά εργασίας.

Είναι βέβαιο ότι μέσα στον πόλεμο κάνεις και συμβιβασμούς  και υποχωρήσεις. Πρέπει η χώρα να αποφύγει τον άμεσο κίνδυνο, να κερδίσει χρόνο, να διατηρήσει δυνατότητες επιλογών για το μέλλον.

  • Η μάχη της εξόδου της χώρας από την κρίση πρέπει και μπορεί να κερδηθεί με κοινωνικά δίκαιους όρους και ουσιαστική προοδευτική πολιτική.

Χρειάζεται όμως να ξαναδούμε το τι είναι προοδευτικό στις σημερινές συνθήκες.

Στο παρελθόν, θεωρούνταν προοδευτική πολιτική η επέκταση του κράτους ενώ σήμερα είναι η πλήρης ανασυγκρότησή του και η αντιμετώπιση  των εκτεταμένων περιοχών μειωμένης παραγωγικότητας και ιδιοποίησης των δημόσιων πόρων.

Παλιότερα, θεωρούνταν προοδευτική πολιτική η αναδιανομή αφού η αγορά πετύχαινε μόνη της την ανάπτυξη, ενώ σήμερα είναι η δημιουργία παραγωγικών θέσεων εργασίας που να μπορούν να σταθούν σε ένα διεθνοποιημένο και ανταγωνιστικό περιβάλλον.

  • Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, αλλά και η δυσκολία του εγχειρήματος της προοδευτικής διακυβέρνησης, επιβάλλει τις μέγιστες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές προοδευτικές συμπαρατάξεις.

Στη χώρα διαμορφώνονται δυο πολιτικοί πόλοι: o ένας βαθύτατα νεοφιλελεύθερος και συντηρητικός και ο άλλος προοδευτικός.

Αυτός ο προοδευτικός πολιτικός πόλος πρέπει να στηριχθεί και να έχει σταθερή την πορεία του, προς όφελος της χώρας και της κοινωνίας. Η Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς αναδεικνύει και προωθεί  τη συσπείρωση με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, στη μεγάλη προσπάθεια και τον αγώνα για τη δημοκρατία, τη δίκαιη ανάπτυξη, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και του κράτους και συμπαρατάσσεσαι στην απόκρουση των σχεδίων για δεξιά παλινόρθωση.

Οι δυνάμεις του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου δεν μπορούν να νίπτουν τας χείρας τους. Αν θέλουν να δικαιώσουν τον αυτοπροσδιορισμό τους ως προοδευτικές και κεντροαριστερές , πρέπει να αναζητήσουν συμπλεύσεις με την αριστερά και να κλείσουν το κεφάλαιο της συμπόρευσης με την νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Το εγχείρημα της προοδευτικής πολιτικής εντός της κρίσης και εντός μνημονίων είναι δύσκολο. Δεν υπάρχει όμως άλλος δρόμος.  Και αυτόν τον δρόμο οφείλουμε να ανοίγουμε και να βαδίζουμε. 


Στη συζήτηση παρενέβη και ο βουλευτής και πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Φίλης, ο οποίος μεταξύ άλλων  ανέφερε: 

“Είμαστε σύντροφοι γιατί “μετέχουμε κοινών αγώνων”. Χωρίς να παραβλέψουμε τις διαφοροποιήσεις να διαμορφώσουμε έναν προοδευτικό ευρωπαϊκό πόλο με σαφείς κοινωνικές αναφορές και να κουβεντιάσουμε ως αριστεροί, αλλά χωρίς να αποκλείουμε άλλες πολιτικές δυνάμεις από τη δημιουργία συνθέσεων”.


Μεταξύ των παρευρεθέντων ήταν η υπουργός Διοικητικής Ανασυγρότησης Όλγα Γεροβασίλη, ο υφυπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μπάλαφας η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου, ο γραμματέας του κόμματος Πάνος Ρήγας, ο διευθυντής της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Ζαχαριάδης, η βουλευτής και γραμματέας της Κ.Ο Αφροδίτη Θεοπεφτάτου, οι βουλευτές Νίκος Θηβαίος και Δημήτρης Ρίζος καθώς, ο υπεύθυνος για τον πολιτικό σχεδιασμό του ΣΥΡΙΖΑ, Αντώνης Κοτσακάς και ο σκηνοθέτης Βασίλης Βαφέας.