Το τελευταίο χρονικό διάστημα, μετά την ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν–Κλοντ Γιούνκερ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1 Μαρτίου 2017) ξεκίνησε η συζήτηση, έστω και ατύπως, για τον επανασχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.).

Τίθενται επί τάπητος ζητήματα τα οποία αναφέρονται στη θεσμική ταυτότητα της Ενωσης, στις πολιτικές που ακολουθεί και στις ιστορικές προοπτικές της κατά τον 21ο αιώνα.

Διαφαίνεται στον ορίζοντα ότι η σχετική συζήτηση θα κορυφωθεί και οι σχετικοί προβληματισμοί θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα ενός πολιτικού προγράμματος για το μέλλον της Ευρώπης, κατά την πανηγυρική (επετειακή) σύνοδο κορυφής των ηγετών των κρατών–μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης την 25η Μαρτίου 2017 στη Ρώμη. (Συμπληρώνονται 60 χρόνια: 1957 – 2017 από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης.)

Εχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία ενόψει της Συνόδου της Ρώμης να αναστοχτασούμε όλοι μας (ηγετικές ομάδες, κυβερνήσεις, πολιτικοί, πολίτες, πανεπιστήμια κ.ά.) πώς «βλέπουμε» το μέλλον της Ευρώπης.

Ο ίδιος ο Γιούνκερ στην ομιλία του ανέπτυξε πέντε (5 τον αριθμό) σχέδια ή προγράμματα για τον επανασχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Επειδή τα πέντε σχέδια του Γιούνκερ είναι γνωστά στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν τα αναφέρουμε, αλλά επιχειρούμε στη σύντομη αυτή παρέμβασή μας την αξιολόγησή τους:

Οι Ευρωπαίοι πολίτες περίμεναν από τον Ευρωπαίο ηγέτη Γιούνκερ να πάρει θέση για το μείζον και κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να μην περιοριστεί στην έκθεση των πέντε εναλλακτικών σχεδίων.

Με τη στάση του αυτή εντάσσει τον εαυτό του ως πολιτικώς δρώντα στη λογική του πολιτικού σκεπτικισμού, ο οποίος ως κοσμοαντίληψη έχει συγγένειες με τον ευρωσκεπτικισμό.

Ολοι οι Ευρωπαίοι πολίτες περιμέναμε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να υπερασπιστεί την ιδέα που εδώ και δεκαετίες συνοψίζεται στο σύνθημα «περισσότερη Ευρώπη», δηλαδή να υπερασπιστεί την ιδέα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη βρέθηκε μέσα σε δέκα μέρες μετά τη στάση του πολιτικού σκεπτικισμού του Γιούνκερ μπροστά σε ακόμη μια αναπάντεχη και οδυνηρή εμπειρία.

Αναφέρομαι στη Σύνοδο των Βερσαλλιών. Εδώ οι ηγέτες των τεσσάρων κρατών «παίρνουν θέση» για το ευρωπαϊκό ζήτημα: υιοθετούν την ιδέα της Ευρώπης των «πολλαπλών ταχυτήτων», όπως έχει επικρατήσει ο όρος.

Η πολιτική πράξη των τεσσάρων στις Βερσαλλίες και η θεσμική πρότασή τους δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική ιδέα του σταδιακού μετασχηματισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε «μετα-εθνική» οντότητα των εθνικών κρατών-μελών της.

Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του Γάλλου προέδρου, ο οποίος δηλώνει: «Ευρωπαϊκή Ενωση δεν σημαίνει ομοιομορφία, η κάθε χώρα μπορεί να παραμείνει διαφορετική».

Και όμως όλοι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει ότι οι οικονομικές ανομοιογένειες και οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες δεν μπορούν να λειτουργούν ως εμπόδια στη συγκρότηση και την «κατασκευή» της ενιαίας καθολικής ευρωπαϊκής οντότητας, η οποία μόνον ως πολιτική ένωση μπορεί να υπάρξει.

Αυτό, εξάλλου, είναι το ευρωπαϊκό όραμα και πρόγραμμα.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η συζήτηση μέχρι τώρα για τον επανασχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε θεσμικό επίπεδο δεν διεξάγεται με πολιτικούς όρους και, πολύ περισσότερο, δεν διεξάγεται στο πλαίσιο του διαφωτιστικού πολιτικού αναστοχασμού.

Τελικά φαίνεται πως «πολλοί δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη» (25 Μαρτίου 2017).

Και γι’ αυτό θα καταλήξουν να είναι στενά σοκάκια μπροστά στα πολιτικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Ιστορίας κατά τα τελευταία 60 χρόνια.

Και η πολιτική ευθύνη των ηγεσιών θα είναι τεράστια, εάν δεν συνειδητοποιήσουν αυτό το οποίο εκφράστηκε ως «πανευρωπαϊκή συνείδηση» κατά τις διαδηλώσεις την Κυριακή (12 Μαρτίου 2017) σε 40 ευρωπαϊκές πόλεις.

Σ’ αυτόν τον ενιαίο πολιτικό «τόπο» (κατά τον Αριστοτέλη) οι Ευρωπαίοι πολίτες υπερασπίστηκαν την ιδέα «περισσότερη Ευρώπη».

Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες (Μέρκελ, Ολάντ κ.ά.), το χρηματοπιστωτικό σύστημα και πολλές άλλες οντότητες στρέφονται κατά της Ευρώπης.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί, οι Ευρωπαίοι πολίτες στις διαδηλώσεις τους απαιτούν «περισσότερη Ευρώπη».

Αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια ποσοτική απαίτηση. Ισως οι όροι «περισσότερο» ή «λιγότερο» να είναι παραπλανητικοί.

Το αίτημα αναφέρεται στον εμπλουτισμό των ευρωπαϊκών θεσμών (Επιτροπή, Κοινοβούλιο κ.ά.) με ιδέες, περιεχόμενα και αξίες από το θησαυροφυλάκιο του αστικού φιλελεύθερου και δημοκρατικού πολιτισμού.

Το αίτημα όλων των Ευρωπαίων πολιτών συνοψίζεται στην πρόταση: Να μετασχηματιστεί η Ευρωπαϊκή Ενωση επιτέλους από γραφειοκρατική εταιρεία σε δημοκρατική οντότητα.

Το πρόγραμμα της πολιτικής Ευρώπης είναι υπόθεση των Ευρωπαίων πολιτών.

*Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ