Το σημαντικό δεν είναι μόνο ότι η αρετολογική ηθική, κυρίως υπό τη μορφή μιας σύγχρονης νεοαριστοτελικής ηθικής των αρετών, ανταγωνίζεται πλέον με ιδιαίτερη επιτυχία εδώ και περίπου πενήντα χρόνια τις δεοντοκρατικές και τις συνεπειοκρατικές (ωφελιμιστικές) κανονιστικές ηθικές θεωρίες.

Η πολύ επιτυχημένη εφαρμογή της, ως βασική μεθοδολογική δυνατότητα αντιμετώπισης σύγχρονων σημαντικών προβλημάτων, στην περιβαλλοντική ηθική, τη βιοϊατρική ηθική αλλά και στην πολιτική δεν είναι, άλλωστε, τα μόνο θετικά στοιχεία της ηθικής αυτής θεωρίας.

Ούτε ασφαλώς το γεγονός ότι στους θιασώτες της συμπεριλαμβάνονται –είτε ως αριστοτελιστές είτε ως νεοαριστοτελιστές– μερικοί και μερικές από τους πλέον και τις πλέον διαπρεπείς φιλοσόφους, όπως ο Ανταμ Σμιθ, η Αϊρις Μέρντοχ, η Ελίζαμπεθ Ανσκομπ, ο Αλασντερ Μακιντάιρ, ο Μάικελ Σλοτ, η Ρόζαλιντ Χάρστχαουζ, η Μάρθα Νούσμπαουμ, η Τζούλια Ανας και ο Μάικελ Σάντελ.

Για έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο, που εργάζεται πάνω στην ηθική φιλοσοφία, ιδιαίτερα επίσης σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτή η σύγχρονη «αρεταϊκή στροφή» επικεντρώνει πρωτίστως το ενδιαφέρον της στην αξιολόγηση του χαρακτήρα του δρώντος υποκειμένου (agent- centred) και όχι στην αξιολόγηση της πράξης (act-centred), όπως κάνουν πρωτίστως οι άλλες δύο ανταγωνιστικές της θεωρίες.

Υπό την έννοια αυτή, και πέρα ασφαλώς από οποιεσδήποτε κριτικές τοποθετήσεις απέναντί της, η αρετολογική ηθική είναι η μόνη από τις κανονιστικές ηθικές θεωρίες που, λόγω του ότι εστιάζει το ενδιαφέρον της στο δρων υποκείμενο και στις αρετές του χαρακτήρα του, παρουσιάζει και μια στέρεη σχέση με τον χώρο της παιδείας και της εκ-παίδευσης.

Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της σχέσης αυτής, η ερευνητική και διδακτική εργασία στην περιοχή της ηθικής της τεχνοεπιστήμης θα πρέπει πρωτίστως να επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην αξιολόγηση της αρετής τόσο των μελλοντικών επιστημόνων και επιστημονισσών όσο και, γενικότερα, της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας.

Κατά τον Αριστοτέλη, η κύρια διανοητική αρετή της φρόνησης –σημαντικότατη αρετή για την αντιμετώπιση των σύγχρονων περιβαλλοντικών, βιοϊατρικών αλλά και πολιτικών προβλημάτων– προάγεται με τη διδασκαλία και τη μάθηση και απαιτεί εμπειρία και χρόνο: «η μεν διανοητική το πλείον εκ διδασκαλίας έχει και την γένεσιν και την αύξησιν, διόπερ εμπειρίας δείται και χρόνου» (Ηθικά Νικομάχεια 1103a 15-17).

Η ηθική αρετή, αντιθέτως, καλλιεργείται με την εξάσκηση και τη συνήθεια, με το έθος: «τας δ’ αρετάς λαμβάνομεν ενεργήσαντες πρότερον, ώσπερ και επί των άλλων τεχνών· α γαρ δει μαθόντας ποιείν, ταύτα ποιούντες μανθάνομεν, οίον οικοδομούντες οικοδόμοι γίνονται και κιθαρίζοντες κιθαρισταί· ούτω δε και τα μεν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τα δε σώφρονα σώφρονες, τα δ’ ανδρεία ανδρείοι» (Ηθικά Νικομάχεια 1103a 31- 1103b 3).

Υπέρ των παραπάνω αριστοτελικών και αρετολογικών θέσεων είμαι σίγουρος ότι συνηγορούν και τα σύγχρονα δεδομένα των γνωσιακών νευροεπιστημών, με τη σπουδαιότητα που αποδίδουν στον ρόλο των νευρωνικών συνάψεων, την εξασθένηση ή και την απώλεια των συνάψεων αυτών, όπως όμως και στη σημαντικότατη συναπτική ενδυνάμωση και τη σχέση της τόσο με την απομνημόνευση όσο και με τη μαθησιακή και γνωσιακή λειτουργία.

Αυτό ωστόσο που γνωρίζει επί αιώνες η ανθρώπινη σοφία, και έρχεται τώρα να επιβεβαιώσει και η σύγχρονη γνωσιακή επιστήμη, για τη σημασία της διδασκαλίας και της εξάσκησης (του εθισμού) στην ανάπτυξη των αρετών και την αναζήτηση του αγαθού βίου, η οικονομική επιστήμη με τον καταστροφικό της οικονομισμό είτε το αγνοεί παντελώς, είτε μπορεί να το γνωρίζει αλλά σατανικά να το κατευθύνει προς τη δημιουργία μιας επιφανειακότατα βιωμένης και αγοραίας ζωής.

Οπως συναφώς μας πληροφορεί ο Μάικελ Σάντελ (Michael J. Sandel, «Τι δεν μπορεί να αγοράσει το χρήμα. Τα ηθικά όρια των αγορών», μτφρ. Μιχάλης Μητσός, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2016, σσ. 169-170), ο Sir Dennis H. Robertson, στη διάλεξή του κατά τα διακοσιοστά γενέθλια του Πανεπιστημίου Κολούμπια, το 1954, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η οικονομική επιστήμη δεν έχει ευγενή κίνητρα αλλά αποσκοπεί αποκλειστικά στο κέρδος.

Ετσι, ενώ «η δουλειά του δασκάλου είτε είναι κοσμικός είτε ανήκει στην Εκκλησία» είναι, όπως συνεχίζει ο Σάντελ, «να ενσταλάζει στους ανθρώπους τις ανώτερες αξίες –τον αλτρουισμό, την καλοσύνη, τη γενναιοδωρία, την αλληλεγγύη και το αίσθημα του καθήκοντος», ο Ρόμπερτσον επιμένει ότι «ο ρόλος του οικονομολόγου, πιο ταπεινός και συχνά δυσάρεστος, είναι να συμβάλλει, όσο μπορεί, στον περιορισμό του έργου του δασκάλου σε ένα διαχειρίσιμο επίπεδο» (sic).

Το μπέρδεμα της «ηθικής αποστολής», που δήθεν επιδιώκει κατά τον Ρόμπερτσον η οικονομική επιστήμη, με την εγκληματική αποστολή, που τελικά υλοποιεί κοινωνικά, μας ξαφνιάζει ανησυχητικά, με την τεράστια και επικίνδυνη σύγχυση που επικρατεί όχι μόνο στα μυαλά αλλά και στις κοσμοθεωρήσεις πολλών επιφανών οικονομολόγων αλλά και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

* Ο Ι. Ν. Μαρκόπουλος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ

ΠΗΓΗ: “Εφημερίδα των Συντακτών”, 2/03/2017