Οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί θεωρούν ότι οι χώρες τους είναι μοναδικές στον κόσμο. Οι ιστορίες τους όμως έχουν πολλά κοινά σημεία. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ακολούθησε την Αμερικανική Επανάσταση του 1775-1783. Πολλοί ιστορικοί μάλιστα χαρακτήρισαν το τέλος του 18ου αιώνα περίοδο των «Ατλαντικών επαναστάσεων».

Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μιλήσουν άραγε μια μέρα για τις «Ατλαντικές αντεπαναστάσεις» των αρχών του 21ου αιώνα; Αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών εκλεγεί η Μαρίν Λεπέν πρόεδρος της Γαλλίας.

Τα δύο κινήματα έχουν πολλά κοινά γνωρίσματα: την εχθρότητα προς το Ισλάμ, τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό, τον προστατευτισμό, την υποστήριξη προς το Brexit, τη συμπάθεια για τη Ρωσία και την εχθρότητα προς τα μέσα ενημέρωσης. Οι δύο ηγέτες θέλουν να γυρίσουν πίσω τον χρόνο σε μια πιο συντηρητική εποχή, πριν από την παγκοσμιοποίηση και την πολυπολιτισμικότητα, οργανώνοντας μια αντεπανάσταση εναντίον του μισητού «φιλελεύθερου κατεστημένου».

Η Λεπέν δήλωσε ότι με την εκλογή του Τραμπ ξεκινά μια νέα εποχή. Και ορισμένοι από τους στενούς συμβούλους του Τραμπ, όπως ο Στίβεν Μπάνον, έχουν καλλιεργήσει στενούς δεσμούς με την ευρωπαϊκή άκρα Δεξιά.

Για πολιτικούς λόγους, η Λεπέν πρέπει να χειριστεί με προσοχή τη σχέση με τον Τραμπ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος δεν χαίρει εκτίμησης ούτε καν μεταξύ των ψηφοφόρων της άκρας Δεξιάς. Σε γενικές γραμμές, όμως, η νίκη του Τραμπ βοηθά τη Λεπέν, καθώς δημιουργεί την αίσθηση ότι οι εθνικιστικές δυνάμεις βρίσκονται σε άνοδο. Και μετά την εκλογή του Τραμπ και το Brexit, οι Γάλλοι ψηφοφόροι δεν έχουν λόγο να φοβούνται ότι τυχόν εκλογή της Λεπέν θα στιγματίσει τη χώρα τους.

Αλλά και οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Γαλλία είναι πιο ευνοϊκές για τη Λεπέν απ ό,τι ήταν για τον Τραμπ η κατάσταση στην Αμερική πριν από τον Νοέμβριο. Ο απολογισμός τριών τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι και στη Νίκαια είναι πολύ πιο βαρύς από εκείνον ανάλογων επιθέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ένταση μεταξύ της μουσουλμανικής μειονότητας και της ευρύτερης κοινωνίας είναι μεγαλύτερη στη Γαλλία απ’ ό,τι στις ΗΠΑ. Η ανεργία είναι υψηλότερη και η οικονομική ανάπτυξη ασθενέστερη. Αντίθετα με τις ΗΠΑ, η Γαλλία ασφυκτιά κάτω από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που επιβάλλει η ΕΕ και αυτό ενισχύει τους φόβους για την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας.

Η αρχηγός του Εθνικού Μετώπου ενισχύεται και από την αποκάλυψη του «σκανδάλου Φιγιόν». Η μεγάλη ελπίδα του φιλοευρωπαϊκού κέντρου είναι ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος όμως αποτελεί για πολλούς την επιτομή του μισητού κατεστημένου.

Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των κινημάτων του Τραμπ και της Λεπέν, που μπορεί να βαρύνει στις γαλλικές εκλογές, είναι ο παράγων του καινούργιου. Ο Τραμπ προέκυψε από το πουθενά (πολιτικά μιλώντας) και άλωσε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενώ το Εθνικό Μέτωπο έχει ζωή πολλών δεκαετιών, όπως και η δυναστεία Λεπέν.

Ιστορικά, υπάρχει ένα σαφές όριο στην υποστήριξη προς τη γαλλική ακροδεξιά, που είναι κάτω από το 50% το οποίο απαιτείται για τη νίκη. Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν πέρασε στον δεύτερο γύρο το 2002, αλλά έλαβε μόλις 18% απέναντι στον Ζακ Σιράκ. Το Εθνικό Μέτωπο πήγε καλά στις περιφερειακές εκλογές του 2015, αλλά δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το 27% στον δεύτερο γύρο.

Μέχρι πρόσφατα, η ύπαρξη αυτού του ορίου ανακούφιζε το πολιτικό κατεστημένο της Γαλλίας. Μια σειρά δημοσκοπήσεων, όμως, δίνει στη Λεπέν πάνω από 40% στον δεύτερο γύρο. Η διαφορά από το 50% δεν είναι τόσο μεγάλη και μένουν ακόμη δύο μήνες.

Η γαλλική ελίτ έχει καταληφθεί από μια εμφανή νευρικότητα. Στο Παρίσι όπου βρέθηκα την περασμένη εβδομάδα, δύο παλιοί φίλοι αναρωτιόντουσαν σε ποια χώρα θα μεταναστεύσουν αν νικήσει η Λεπέν. Με τον Τραμπ στην εξουσία και τη Βρετανία εκτός ΕΕ, ο κατάλογος των χωρών αυτών στενεύει επικίνδυνα.

Πηγή: Financial Times

(*) Ο Γκίντεον Ράχμαν είναι αρθρογράφος των Financial Times