Τα αποτελέσματα των ολλανδικών εκλογών ανακυκλώνουν τη γνωστή συζήτηση: Γιατί οι δυνάμεις της Ακρας Δεξιάς κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη; Η συζήτηση είχε αναζωπυρωθεί άλλωστε πρόσφατα, με αφορμή ένα γεγονός που συνέβη έξω από τη «γηραιά ήπειρο»: τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές.

Να επισημάνουμε πάντως από την αρχή ότι ανεξαρτήτως των ερμηνειών του φαινομένου, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν «αντισυστημικά» τα ακροδεξιά κόμματα, τα οποία ενσαρκώνουν, σε συμπυκνωμένη μάλιστα μορφή, ορισμένα από τα πλέον απεχθή χαρακτηριστικά του «συστήματος»: την ωμή βία, την αδικία, τον αυταρχισμό, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον ρατσισμό.

Οι απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου που έχουν επιχειρηθεί είναι πολλές. Κοινό σημείο τους είναι η μετάπλαση -ή μήπως απλή αναδιατύπωση;- του κρίσιμου αυτού ερωτήματος σ’ ένα άλλο:

Γιατί η οικονομική κρίση, η λιτότητα, που συνθλίβει ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού και που εισπράττεται όχι μόνον από αυτά ως κρίση του «συστήματος» -οτιδήποτε κι αν αυτός ο όρος σημαίνει στο πεδίο της προσληψιμότητας της έννοιας από το ευρύ κοινό- ωφελεί και ενισχύει, και όχι μόνον εκλογικά, πολύ περισσότερο την Ακρα Δεξιά και αισθητά λιγότερο (ή καθόλου) τη ριζοσπαστική Αριστερά;

Θα αναζητήσουμε την απάντηση, όπως και σε τόσα άλλα ζητήματα, στο πλαίσιο των ιδεών που έχει αναπτύξει ο Αντόνιο Γκράμσι. Το ερώτημα, εξάλλου, δεν είναι όσο φαίνεται καινούργιο: «Μπορούμε να αποκλείσουμε» έγραψε ο Γκράμσι στα «Τετράδια της φυλακής», «τη δημιουργία βασικών ιστορικών γεγονότων με άμεσο τρόπο από τις οικονομικές κρίσεις καθεαυτές.

Οι κρίσεις μπορούν απλώς να καλλιεργήσουν το έδαφος ώστε να γίνεται περισσότερο πρόσφορο για τη διάδοση ορισμένων τρόπων σκέψης». Ο Γκράμσι εξηγεί ότι η οικονομική κρίση επιφέρει την κατάλυση της ηγεμονίας ορισμένων εννοιών και ιδεολογιών: «Οι πλατιές μάζες αποσπώνται από τις παραδοσιακές ιδεολογίες τους […] Η κρίση έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων».

Χωρίς να υπεισέλθουμε στο μέγα ζήτημα του λαϊκισμού, όρο που χρησιμοποιείται σήμερα με μεγάλη ευκολία, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, θα αναφέρουμε ότι είναι διαδεδομένη η άποψη πως η διόγκωση της Ακροδεξιάς αποτελεί λαϊκιστική «παθολογική ανωμαλία».

Σοβαρότερη είναι η αντίληψη που την προσεγγίζει ως φαινόμενο που εντάσσεται στο ιδιαίτερο ιδεολογικό και πολιτισμικό κλίμα που δημιουργεί ο νεοφιλελευθερισμός ως «παθολογική κανονικότητα».

Ψήγματα ακροδεξιών ιδεών, συναισθημάτων, διαθέσεων και ροπών συναντούμε σχεδόν παντού. Χωρίς να το έχουμε σε ιδιαίτερη υπόληψη, ας ανατρέξουμε στο Ευρωβαρόμετρο.

Σε έρευνά του το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι «δεν είναι καθόλου ρατσιστές». Αλλο ένα τρίτο ομολόγησαν ότι «είναι λίγο ρατσιστές» και το άλλο ένα τρίτο παραδέχθηκαν ανοιχτά ότι είχαν ρατσιστικές ιδέες και συναισθήματα.

Είναι πάντως γεγονός η συγχρονία του κύματος της Ακροδεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού, που «εξορμά» για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1980 με εντυπωσιακά αποτελέσματα στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ. Αλλη μια κρίσιμη χρονικότητα είναι η συγκυρία της οικονομικής κρίσης (2007-2008). Πρόκειται για παραμέτρους του ίδιου φαινομένου.

Στο φάσμα των ερμηνειών ανήκει η εξήγηση της ανόδου της Ακροδεξιάς με την αναγωγή της στην κατάπτωση του ηθικού της Αριστεράς -από τους κομμουνιστές ώς ένα μέρος της σοσιαλδημοκρατίας- μετά το «συγκλονιστικό 1989», έτος το οποίο συμβολίζει την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη διάψευση των σχετικών προσδοκιών, που εκδιπλώνεται σε μια μακρά διαδικασία.

Επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας αυτής υπήρξε η κοινωνική σύνθεση των πρώτων κυμάτων του ακροδεξιού ρεύματος, που προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα στα οποία διέθεταν ισχυρή πρόσβαση τα Κ.Κ.

Αλλά το επιχείρημα αυτό γρήγορα έπαψε να ισχύει. Σήμερα τα ακροδεξιά κόμματα, που έχουν «ανανεωθεί» ως έναν βαθμό στη φυσιογνωμική εμφάνισή τους -εκτός από τη «δική μας» Χ.Α.- απευθύνονται σε ένα κοινωνικά διαστρωματικό, διαταξικό ακροατήριο, ριζικά διαφορετικό από τις μικρές εξτρεμιστικές ομάδες από τις οποίες ξεκίνησαν.

Η κρίση εξάλλου των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων παραπέμπει κυρίως στην έλξη που ασκείται στους οπαδούς τους από τα παραδοσιακά συντηρητικά και κεντρώα κόμματα, μετά την κοινή αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού και από τις δύο κατηγορίες κομμάτων.

Επικρατέστερη φαίνεται η ερμηνεία που παραπέμπει στην κρίση της πολιτικής, θεωρούμενης ως διαδικασίας αντιπροσώπευσης κοινωνικών ομάδων και διαμεσολάβησης διαφορετικών συμφερόντων, στο πλαίσιο των προσίδιων θεσμών.

Οι αλλαγές που έχουν επέλθει στο κοινωνικό εποικοδόμημα παραμερίζουν και παραμορφώνουν τους πυλώνες αυτούς της δημοκρατίας, που αποστερούνται από μεγάλο μέρος των λειτουργιών τους.

Οι δυνάμεις της αγοράς, οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι, οι τράπεζες αναλαμβάνουν άμεσα, με τη χρησιμοποίηση των τεχνοκρατών και της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας, τη διαχείριση της οικονομίας και των κλάδων της κρατικής διοίκησης, χωρίς ενδιάμεσα πολιτικά πρόσωπα.

Εκτυλίσσονται διεργασίες μεγάλης εμβέλειας, που συρρικνώνουν τη δημοκρατία: απομειώνεται το ουσιαστικό στοιχείο της, η αντιπροσώπευση, εντείνεται η «πραγμοποίηση» των εργαζομένων στην παραγωγή και στους μηχανισμούς της κυβερνητικής διοίκησης.

Η αδιαμφισβήτητη αυτή έκπτωση της πολιτικής παρακολουθείται από την υποτίμηση και την απόρριψή της από μεγάλο μέρος των πολιτών. Πρόκειται όμως για διαφορετικό πρόβλημα, που συνδέεται ασφαλώς με την άνοδο της Ακρας Δεξιάς, χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν.

Ενα κοινό νήμα διαπερνά την πληθώρα αυτή των διαφόρων ερμηνειών των πραγματικών καταστάσεων και των παραμέτρων που αυτές προσπαθούν να αποκαλύψουν.

Οι ηθικές καταδίκες δεν αρκούν. Απαιτούνται πρώτα η αναγνώριση όσων βάσιμων παραπόνων και αιτιάσεων υπάρχουν και στηρίζουν τη δυσφορία και την εχθροπάθεια των ευάλωτων από την Ακροδεξιά κοινωνικών ομάδων, η καταπολέμηση της ανεργίας, της φτώχειας, της λιτότητας.

Η διόγκωση της Ακροδεξιάς είναι κοινωνικό πρόβλημα που πρέπει να προσεγγιστεί στη ρίζα του. Και πρόβλημα πολιτισμικό επίσης, που απαιτεί την καταπολέμηση της κουλτούρας του υλοζωισμού, μετά του «λάιφ στάιλ» και της απουσίας των αξιών που νοηματοδοτούν τη ζωή. Η πολιτική του διάσταση είναι η πλέον εμφανής.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών