Σήμερα το πρωί έφυγε ο Πάνος Δημητρίου εμβληματική μορφή της ανανεωτικής αριστεράς σε ηλικία 100 ετών. Μια διαδρομή συνυφασμένη με την πορεία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος τον 20ό αιώνα.

Για τον Πάνο Δημητρίου, παραθέτουμε ομιλία του Ηλία Νικολακόπουλου, καθηγητή Πανεπιστήμιου Πολιτικής Επιστήμης & Προέδρου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ),  σε εκδήλωση του «ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ» στη Θεσσαλονίκη, στις 7-2-2010:

 

«Αισθάνομαι ότι αποτελεί ιδιαίτερη τιμή η πρόσκληση  να μιλήσω για έναν άνθρωπο, η διαδρομή του οποίου συμπλέκεται και συμβαδίζει με την αντιφατική πολιτική διαδρομή του κομμουνιστικού κινήματος. Έχοντας βιώσει επί δεκαετίες όλες τις  ανατάσεις και όλες τις διαψεύσεις, μπορεί να επαναλάβει το στίχο του Ελυάρ: «Και αν ήταν να ξεκινήσω πάλι από την αρχή, θα ακολουθούσα ξανά τον ίδιο δρόμο». Βέβαια, με τον αναστοχασμό που προσφέρει σήμερα η ύστερη γνώση.

Για τον αναστοχασμό αυτόν, με ειλικρίνεια και κριτικό λόγο, όχι μόνο σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, η προσφορά του Πάνου Δημητρίου υπήρξε σημαντική. Μικρό παράδειγμα, η καθοριστική συμβολή του στη δημιουργία των ΑΣΚΙ, με γνώμονα το ρητό ότι στα δικαιώματα του ανθρώπου πρέπει να συμπεριληφθεί και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του. Την ίδια επιθυμία κριτικού αναστοχασμού, θεμελιωμένου στην ιστορική γνώση, υπηρετούν και τα δύο βιβλία του Πάνου Δημητρίου. Το πρώτο,  Η διάσπαση του ΚΚΕ (Αθήνα 1975) όπου παραθέτει με συστηματικότητα τα σχετικά  ιστορικά τεκμήρια, αποτελεί και σήμερα, 35 χρόνια μετά,  βιβλίο αναφοράς. Το δεύτερο, με τον ποιητικό τίτλο Εκ βαθέων (Θεμέλιο, Αθήνα 1997), αποτελεί, όπως λέει και ο υπότιτιλος, το χρονικό μιας ζωής και μιας εποχής, για την ακρίβεια το χρονικό μιας ζωής σημαδεμένης από την εποχή της. Σ’ αυτό το δεύτερο θα αναφερθώ στη συνέχεια, με ορισμένες σκέψεις που γεννήθηκαν ξαναδιαβάζοντάς το με την ευκαιρία της σημερινής εκδήλωσης.

Ο αταίριαστος γάμος της εγχώριας Αριστεράς με τον μαρξισμό-λενινισμό

Η πρώτη σκέψη έχει ως αφετηρία την επισήμανση του Έρικ Χομπσμπόμ ότι το κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε ο αταίριαστος γάμος τής κατά τόπους εγχώριας Αριστεράς με μια τελεολογική κοσμοθεωρία, τον μαρξισμό-λενινισμό, η οποία σύντομα απέκτησε την υλική υπόσταση μιας χώρας-φάρου, της Σοβιετικής Ένωσης. Χώρας που αποτέλεσε, τουλάχιστον μέχρι το 1968, σημείο αναφοράς για το σύνολο σχεδόν του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Πάνος Δημητρίου, γέννημα αυτής της εγχώριας Αριστεράς, φτωχόπαιδο και μαθητής στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30, συνειδητοποιείται βιώνοντας την κοινωνική αδικία και ταυτίζεται με το όραμα, υπερβαίνοντας το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον (π.χ. την αντιβενιζελική τοποθέτηση της οικογένειας). Αυτό το πέρασμα δεν είναι μοναδικό. Αντίστοιχες διαδρομές, από αντιβενιζελική οικογενειακή παράδοση στην ταύτιση με το κομμουνιστικό κίνημα,  έχουμε στην περίπτωση του Θανάση Χατζή και του Ανδρέα Τζήμα, την περίοδο του Μεσοπολέμου, αλλά και του Μανόλη Γλέζου ή του Αντώνη Μπριλλάκη την περίοδο της Κατοχής.

Πρόκειται για μια πορεία που δεν έχει μελετηθεί αρκετά, γιατί το κυρίαρχο ρεύμα ήταν φυσικά το πέρασμα κορυφαίων προσωπικοτήτων από τον αριστερό βενιζελισμό στον κομμουνισμό, όπως συνέβη με τον Ηλία Ηλιού και τον Στέφανο Σαράφη, και φυσικά η μαζική ένταξη του προσφυγικού πληθυσμού στην εαμική Αριστερά (εμβληματικές μορφές ο Γιάννης Πασαλίδης και ο Κώστας Γαβριηλίδης).

Η ταύτιση του Πάνου Δημητρίου με το ΚΚΕ τα χρόνια εκείνα γίνεται μέσα από μια δοκιμασία και μια μαθητεία. Η δοκιμασία αφορά τη σύλληψή του, τον Φλεβάρη του 1938, στη Θεσσαλονίκη και τα βασανιστήρια που υφίσταται, τα οποία αντέχει με αξιοπρέπεια. Και ακολουθεί η μαθητεία: τρία χρόνια εξορίας στη Φολέγανδρο, 1938-1941, δηλαδή από 21 έως 24 ετών. Εκεί ταυτίζεται με την τελεολογική κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, συνδυάζοντας έτσι και τις δύο διαστάσεις. Μεσολαβεί ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας, μετά την απόδραση από τη Φολέγανδρο μέχρι τη σύλληψή του στην Αθήνα στα τέλη του 1941, και ακολουθεί η μετεκπαίδευση στην Ακροναυπλία. Γι’ αυτήν τη σύλληψη στην Αθήνα είναι χαρακτηριστικό ότι πραγματοποιείται  επειδή πέφτει επάνω σ’ έναν χαφιέ της μεταξικής δικτατορίας, ο οποίος δεν διστάζει να τον παραδώσει στις γερμανικές αρχές. Είναι μια κρίσιμη διάσταση του κρατικού μηχανισμού, ιδιαίτερα των αντικομμουνιστικών δομών του, που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, θεωρώντας ότι υπηρετούν την ίδια κρατική υπόσταση. Έτσι, όταν πια την Πρωτοχρονιά του 1944, μετά την απόδραση από την Κέρκυρα, αναλαμβάνει υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, έχει ήδη διαμορφωθεί ως ηγετικό κομματικό στέλεχος, έστω ακόμη μεσαίου επιπέδου.

Κλείνοντας αυτή την πρώτη παρατήρηση αξίζει να μνημονευτούν τρία από τα πολλά ονόματα της ΕΠΟΝ Μακεδονίας που αναφέρονται στο βιβλίο. Ο  συνομήλικός του Μπάμπης Δρακόπουλος, γεννημένος επίσης το 1917, και με αντίστοιχη εμπειρία της μεταξικής εξορίας. Θα ξανασυναντηθούν στη διάσπαση του 1968, και το γεγονός ότι και οι δύο διέθεταν ήδη τρεις δεκαετίες κομματικής ζωής τους νομιμοποιούσε να προχωρήσουν στη διάσπαση. Δεν προέρχονταν από τη γενιά της εαμικής Αντίστασης, για την οποία το ΚΚΕ ακόμη διατηρούσε επιφυλάξεις. Ήταν «προπολεμικοί» κομμουνιστές που είχαν μαθητεύσει και είχαν δοκιμαστεί. Το δεύτερο όνομα είναι του Νίκου Κέντρου, με την αδελφή του οποίου παντρεύτηκε αργότερα ο Πάνος Δημητρίου για να υποστεί σύντομα την οδυνηρή απώλειά της, τις μέρες ακριβώς που ο ίδιος γίνεται στόχος βάρβαρης επίθεσης στα γεγονότα της Τασκένδης. Με τον Νίκο Κέντρο θα ξαναβρεθούν στη δημιουργία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Το τρίτο όνομα είναι της Ειρήνης Γκίνη, της πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου τον Ιούλιο του 1946, ένα όνομα που συχνά λησμονιέται, γιατί, ως Μίρκα Γκίνοβα, έχει αναγορευτεί σε ηρωίδα από την «ακατονόμαστη» βόρειο γείτονα.

ΚΚΕ και σοβιετική πατρίδα

Η δεύτερη σκέψη, προέκταση της πρώτης, αφορά το ιδιαίτερο βάρος που είχε η εξάρτηση του ΚΚΕ από τη σοβιετική πατρίδα. Στο πεδίο αυτό ο Πάνος Δημητρίου αναφέρεται εκτενώς στην επέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1931, που ανέδειξε τον Νίκο Ζαχαριάδη γραμματέα του κόμματος, καθώς και στη συνάντηση Ζαχαριάδη-Παρτσαλίδη με τον Στάλιν, τον Μολότοφ και την ηγεσία του αλβανικού κόμματος το 1950. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν όμως οι αναφορές στα γεγονότα της Τασκένδης και την άμεση εμπλοκή της  σοβιετικής πλευράς. Το γράμμα των 36 «ανανεωτών» απευθύνεται στο σοβιετικό κόμμα, το οποίο αναγνωρίζεται ως ο περίπου αυτονόητος κηδεμόνας. Και μια μικρή παρατήρηση γι’ αυτά τα  θλιβερά γεγονότα της Τασκένδης. Γίνονται τις ίδιες ακριβώς μέρες με τα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που δείχνει το πόσο αποκομμένη ήταν η ελληνική κοινότητα των πολιτικών προσφύγων από τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα.

Την εξάρτηση τη διαπιστώνουμε και στη συνέχεια, ακόμη και στην περίπτωση της 6ης Ολομέλειας, την πρώτη που συμμετέχει ο Πάνος Δημητρίου ως καλεσμένο μεσαίο στέλεχος. Αλλά και  όλη η πορεία προς τη διάσπαση του ’68 σηματοδοτείται από τα τεκταινόμενα στο σοβιετικό κόμμα. Η πτώση του Χρουστσόφ, η πραξικοπηματική του καθαίρεση, τον Οκτώβριο του 1964, δρομολογεί και τη διάσπαση στο ελληνικό κόμμα. Λίγους μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 1965, στην 8η Ολομέλεια στοχοποιείται, από τον Κολλιγιάννη, ο Πάνος Δημητρίου, που έχει γίνει μέλος του Π.Γ. στο 8ο Συνέδριο του 1961, όπως επίσης και ο Παρτσαλίδης. Αυτό που είχε διαμορφωθεί ως ηγεσία του ΚΚΕ μετά την 6η Ολομέλεια ήταν μια άτυπη συμμαχία ανθρώπων που είχαν διωχθεί από τον Ζαχαριάδη, όπως ο Παρτσαλίδης, με ανθρώπους που είχαν υπηρετήσει τον Ζαχαριάδη μέχρι τα τέλη του 1955, όπως ο Κολιγιάννης, ο οποίος την τελευταία στιγμή καταλαβαίνει προς τα πού φυσάει ο άνεμος. Αυτή η συμμαχία σπάει αμέσως μετά την καθαίρεση του Χρουστσόφ. Ακολουθούν όμως τα Ιουλιανά και η σύγκρουση αναβάλλεται για τη 10η Ολομέλεια, που γίνεται τον Δεκέμβριο του 1966. Αλλά είναι η πρώτη φορά που συμμετέχουν και αντιπρόσωποι από το εσωτερικό. Έτσι, η προσπάθεια να στοχοποιηθούν εκεί ο Πάνος Δημητρίου, ο Μήτσος Παρτσαλίδης και από το εσωτερικό ο πιο «φιλοϊταλός» όπως λεγόταν, ο Νίκος Καρράς, ναυαγεί. Ένα ακόμα δείγμα της απόστασης που χώριζε τους προβληματισμούς της εξόριστης ηγεσίας του ΚΚΕ από την ελληνική πραγματικότητα είναι ότι αυτά συμβαίνουν τέσσερις μήνες πριν τη Δικτατορία. Η 11η Ολομέλεια δεν μπορεί, αμέσως μετά την επιβολή της Δικτατορίας, να αντιμετωπίσει αυτές τις εσωκομματικές εκκαθαρίσεις. Εξάλλου δεν συμμετέχει καν ο Κολλιγιάννης, ο οποίος αισθάνεται πρόσκαιρα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του, μέχρι να οργανώσει τη 12η. Σε ένα συγκρότημα επαύλεων πάνω στη Βούδα, γνωστό ως «τα σπίτια του Ράκοζι», φρουρούμενο από την ουγγρική αστυνομία, οι διαφωνούντες δεν τολμούσαν καν να καθίσουν όλοι μαζί στην αίθουσα για να μη δώσουν λαβή ότι αποτελούν φράξια. Και άκουγαν, επί δέκα μέρες,  τα κατηγορητήρια που τους απηύθυναν σαράντα περίπου «προσκεκλημένοι»,  στελέχη του μηχανισμού οι περισσότεροι, επιλεγμένοι (με ελάχιστες εξαιρέσεις) από τον Κολιγιάννη.

Στο θέμα της εξάρτησης μία μόνο παρατήρηση θα ήθελα να προσθέσω στα όσα αναφέρει ο Πάνος Δημητρίου. Υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα, σχετικά αδιευκρίνιστο, που αφορά τη διπλή ένταξη στελεχών του ΚΚΕ ταυτόχρονα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι γνωστό για τον Ζαχαριάδη, ο οποίος ουσιαστικά το επιβεβαίωσε απολογούμενος το 1957 στην 7η Ολομέλεια. Ο Πάνος Δημητρίου αναφέρεται επίσης σε ένα πρόσωπο, με τον οποίο, παρόλο που είχε συνταχθεί μαζί τους στη σύγκρουση της Τασκένδης μετά χώρισαν οι δρόμοι τους, γιατί, όπως λέει,  «έγινε στη συνέχεια πράκτορας της KGB». Φοβάμαι πως δεν ήταν η μοναδική περίπτωση.

 

«Καλή αντάμωση στα γουναράδικα»

Μια τρίτη, τέλος, σκέψη, αφορά τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Είναι περισσότερο μια αποτύπωση της ύστερης γνώσης, μια συγκροτημένη πολιτική εκτίμηση, αλλά λιγότερο μαρτυρία. Ως μαρτυρία βρήκα μόνο μια φράση που αποδίδει στον  Φώκο  Βέττα, λίγο πριν ξεκινήσουν για το βουνό: «Καλή αντάμωση στα γουναράδικα», γεγονός που σημαίνει ότι υπήρχαν φωνές που καταλάβαιναν ότι αυτός ο δρόμος ήταν ολισθηρός. Και ο ίδιος άλλωστε παραθέτει τη μαρτυρία του για μια περιοδεία, το φθινόπωρο του 1945, στη Δυτική Μακεδονία, στο χώρο ακριβώς όπου ο Εμφύλιος γεννήθηκε από την εκτεταμένη λευκή τρομοκρατία και από τη διαπλοκή με το θέμα των σλαβόφωνων. Εκεί εντοπίζει ότι στις πόλεις η διάθεση για δεύτερο αντάρτικο δεν υπήρχε, ενώ αντίθετα  στα χωριά υπήρχε. Προφανώς κάτω από την πίεση της «λευκής τρομοκρατίας» οι άνθρωποι έβγαιναν στο βουνό,  ενώ στις πόλεις, παρά την τρομοκρατία, ήταν πολύ συγκρατημένοι, θεωρούσαν ότι μπορούσαν να αντέξουν. Αν αυτό συνέβαινε στη Δυτική Μακεδονία, ίσχυε προφανώς στο πολλαπλάσιο για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό και ο Εμφύλιος Πόλεμος δίχασε το σώμα της ελληνικής Αριστεράς. Σε αυτόν συμμετείχε όλη η αγροτική Αριστερά που διαμορφώθηκε από την εαμική Αντίσταση και οδηγήθηκε στην εξόντωση. Αντιθέτως η Αριστερά των πόλεων δεν συμμετείχε πραγματικά στον Εμφύλιο. Τον υπέστη με εκτελέσεις, εξορίες, φυλακίσεις αλλά γι’ αυτό και μπόρεσε, ήδη από το 1950, να αναστηθεί, και να αναδειχτεί πρώτο κόμμα στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη.

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο του Πάνου Δημητρίου, με την ευκαιρία της σημερινής εκδήλωσης, δεν στάθηκα τόσο στις πολιτικές αναλύσεις, που αποτελούν ήδη τμήμα της αποκτηθείσας γνώσης. Περισσότερο με άγγιξαν οι προσωπικές, βιωματικές και συναισθηματικές αναφορές, που μου έφεραν στη μνήμη τον στίχο του Σεφέρη «ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας». Από τον άνθρωπο που τον ενέταξε στην ΟΚΝΕ, την αδελφή του, την πρώτη του γυναίκα και τόσους άλλους.

Μέσα σ’ αυτή την ηρωική και ταραγμένη διαδρομή, με τις φωτεινές και τις μελανές της σελίδες, πορεύτηκε ο Πάνος Δημητρίου. Και αν σήμερα τον τιμούμε είναι γιατί εκτός των άλλων, όπως σημειώνει και στο προλογικό του σημείωμα ο Φίλιππος Ηλιού, «υπήρξε από κείνους που σχετικά έγκαιρα διέβλεψαν τα αδιέξοδα και επιχείρησαν να αναστρέψουν την πτωτική πορεία». Γι’ αυτό και μπορεί να εξακολουθεί να πιστεύει ότι «ο δρόμος των κοινωνικών αγώνων και του σοσιαλισμού παραμένει ο δρόμος του μέλλοντος και της ελπίδας».