Συνέντευξη του Φώτη Κουβέλη στην «Αυγή της Κυριακής» και στον δημοσιογράφο Νίκο Λιονάκη


-Κύριε πρόεδρε, εισήλθαμε σε μια χρονιά όπου συνεχίζεται η μεγάλη αστάθεια στην Ευρώπη. Ενόψει των πολλαπλών επικείμενων εκλογικών αναμετρήσεων φουντώνει η απειλή της Ακροδεξιάς. Είμαστε μπροστά στο τέλος της ΕΕ, όπως την ξέρουμε;

Στο έδαφος του ευρωσκεπτικισμού που καλλιέργησαν επί χρόνια οι ακραίες πολιτικές λιτότητας, φύτρωσε ένας επιθετικός εθνικισμός, που απειλεί τις ιδρυτικές αξίες και τη δημοκρατική προοπτική της Ευρώπης. Η Ευρώπη δοκιμάζεται  από τη συντηρητική πολιτική που την αφυδατώνει από το κοινωνικό περιεχόμενο που πρέπει να έχει.  Η διαδρομή της θα κριθεί αποφασιστικά  από τον βαθμό κατοχύρωσης της συνοχής της, στη βάση μιας προοδευτικής πολιτικής, που αποκρούει τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες και υλοποιεί τις αξίες του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Η συσπείρωση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων μπορεί να ανακαθορίσει του πολιτικούς συσχετισμούς. Οι φυγόκεντρες τάσεις που καταγράφονται στην Ευρώπη και η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων μπορεί να ανακοπούν.

-Η διαπραγμάτευση μεταξύ κυβέρνησης-δανειστών για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης συνεχίζεται, καθώς παραμένουν απαιτήσεις των δανειστών που προσπαθεί να αποκρούσει η κυβέρνηση. Ποιες, κατά τη γνώμη σας, “κόκκινες γραμμές” πρέπει να παραμείνουν απαραβίαστες και σε ποια θέματα θα μπορούσαν να γίνουν “λελογισμένες” υποχωρήσεις προκειμένου να υπάρξει συμφωνία;

Η δεύτερη αξιολόγηση  βρίσκεται στο τελικό στάδιο για το κλείσιμό της. Η χώρα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, τηρεί τις δεσμεύσεις της και συνεχίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η χωρίς καθυστέρηση ολοκλήρωση της αξιολόγησης σταθμίζει αποφασιστικά την εξέλιξη όλου του προγράμματος. Οι αξιώσεις του ΔΝΤ είναι αβάσιμες και απαράδεκτες. Τα νέα μέτρα, προληπτικά μέτρα, που επίμονα ζητά για τη διετία 2019-2020 δεν πρέπει  να γίνουν αποδεκτά. Σε ποιες προβλέψεις άλλωστε στηρίζεται, όταν μάλιστα έχει πέσει έξω σε πολλές από τις προβλέψεις του, αρχής γενομένης από το 2010;

Οι δανειστές, εξάλλου, πρέπει να έχουν επίγνωση των συνθηκών που διαμορφώνονται στην Ευρώπη. Επίγνωση των φυγόκεντρων τάσεων, των ρηγμάτων συνοχής και προοπτικής της Ε.Ε. Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και του προγράμματος αφορά και ωφελεί και την Ελλάδα και την Ευρώπη συνολικά.

-Τα κόμματα της αντιπολίτευσης προβλέπουν πολιτικές εξελίξεις, ενώ η ΝΔ τις προεξοφλεί θεωρώντας βέβαιες τις πρόωρες εκλογές. Αν οι δανειστές εμμείνουν σε ακραίες θέσεις, καθυστερώντας σημαντικά το κλείσιμο της αξιολόγησης, τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση;

Η χώρα δεν χρειάζεται εκλογές. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν άκρως  αρνητικό για τη χώρα και την προσπάθεια  που γίνεται, με θυσίες του ελληνικού λαού, για τη διεκδικούμενη θετική εξέλιξη τη οικονομίας. Εκείνο που χρειάζεται είναι η υπεύθυνη στάση των πολιτικών δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου και, αν όχι η στήριξη, τουλάχιστον η μη υπονόμευση των προσπαθειών που γίνονται γι’ αυτήν την εξέλιξη.

Τα χρονικά όρια της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης δεν οριοθετούν και τη διάρκεια της κυβέρνησης και δεν πρέπει να την οριοθετούν και να την ορίζουν.

-Πώς κρίνετε τη στάση του Κυρ. Μητσοτάκη και της ΝΔ; Συμμερίζεστε την άποψη ότι “κλείνει το μάτι” στους πιο ακραίους εκ των δανειστών, ποντάροντας σε ένα κυβερνητικό “ατύχημα” που εκ των πραγμάτων θα είναι και ένα ατύχημα για τη χώρα, προκειμένου να διεκδικήσει την εξουσία;

Η αντιπολίτευση που ασκεί η ΝΔ είναι απόλυτα υποταγμένη στην κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτό θα ήταν κατανοητό, στο πλαίσιο του πολιτικού δημοκρατικού ανταγωνισμού , υπό την προϋπόθεση  ότι η αντιπολίτευσή της δεν θα αντιστρατεύονταν την εθνικού χαρακτήρα προσπάθεια. Πρόκειται για μηδενιστική αντιπολίτευση, η οποία οδηγείται σε ταυτόσημο λόγο με τους δανειστές. Μια τέτοια όμως αντιπολίτευση έχει τις αντιφάσεις της και τα αδιέξοδά της και δεν μπορεί να τα χωρέσει όλα. Έτσι, την ώρα που εγκαλεί την κυβέρνηση για μονομερείς ενέργειες που δημιουργούν κινδύνους στις σχέσεις της χώρας με του δανειστές, την ίδια ώρα, για να αντιστοιχηθεί με το αίτημα της κοινωνίας, υπόσχεται επιθετική μείωση των φόρων και… χωρίς την έγκριση των δανειστών. Αδιέξοδη και μη πειστική η αντιπολίτευση της ΝΔ.

-Στην «κεντροαριστερά» παρατηρείται κινητικότητα τις τελευταίες ημέρες. Πιστεύετε ότι υπάρχει προοπτική ανασυγκρότησης αυτού του χώρου; Πώς αξιολογείτε τη θέση του ΠΑΣΟΚ για κυβέρνηση “εθνικής συνεννόησης” που προϋποθέτει τη συμμετοχή των δύο μεγαλύτερων κομμάτων;

Παρατηρώ τις εξελίξεις για την «κεντροαριστερά», δεν θα ήθελα ωστόσο να τις προδικάσω. Επιθυμώ απλώς να σημειώσω ότι δεν εκφράζει και δεν έχει κοινωνικό αντίκρισμα  μια «κεντροαριστερά»  εταίρος της συντηρητικής πολιτικής. Σε συνθήκες ενίσχυσης του διπολισμού η «κεντροαριστερά» δεν μπορεί να νίπτει τας χείρας της.

Δεν κατανοώ την επιμονή στη θέση για «κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης» η οποία κυριολεκτικά εκφωνείται σε πολιτικό κενό. Την «κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης» την απορρίπτουν – για διαφορετικούς λόγους, αλλά την απορρίπτουν κατηγορηματικά- και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Ο τόπος δεν χρειάζεται συγκατοικήσεις χωρίς πλαίσιο, με άχρωμη πολιτική και θολό ορίζοντα.

Όσο για τα κόμματα που αναφέρονται στην κεντροαριστερά θα πρέπει να δικαιώσουν τον αυτοπροσδιορισμό τους αναζητώντας συμπλεύσεις με την Αριστερά, κλείνοντας το κεφάλαιο της προσκόλλησής τους στη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

-Η Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς αναπτύσσει ενεργή δράση. Συμμετείχατε στο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ και έχετε δηλώσει τη στήριξη σας στην προοδευτική προσπάθεια. Έως πού μπορεί να φτάσει αυτή η στήριξη; Η προοπτική προσωπική σας εμπλοκής είναι ανοικτή;

Η μάχη της εξόδου της χώρας από την κρίση μπορεί και πρέπει να κερδηθεί με κοινωνικά δίκαιους όρους και προοδευτική πολιτική. Η προσπάθεια δεν είναι εύκολη ούτε ευθύγραμμη. Έχει απέναντί της τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Έχει αντιπάλους τα κέντρα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, που θέτουν συνεχώς προσκόμματα, επιδιώκοντας την έξοδο από την κρίση με τους δικούς τους πολιτικούς όρους και τα δικά τους συμφέροντα. Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα επιβάλει την μεγαλύτερη δυνατή πολιτική συσπείρωση των Αριστερών ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας. Σε αυτή τη συσπείρωση με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ είμαστε σταθερά παρόντες.