Ο ελβετικός λαός απέρριψε την πρόταση για την επιτάχυνση της σταδιακής κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας της χώρας, λόγω ανησυχιών για την απώλεια της ενεργειακής της ανεξαρτησίας.

Σχεδόν το 55% των ψηφοφόρων στο πρόσφατο δημοψήφισμα υποστήριξε τη συνέχιση της πυρηνικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις πέντε μονάδες της χώρας, με το 45% να στηρίζει την πρόταση να ξεκινήσει το κλείσιμο των σταθμών από το 2017.

Αν εγκρινόταν η πρόταση για την ταχύτερη κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας, οι αντιδραστήρες Muehleberg και Beznau Ι και ΙΙ θα έκλειναν την επόμενη χρονιά, ακολουθούμενοι από τους Goesgen και Leibstadt, το 2024 και το 2029, αντίστοιχα.

Η ελβετική κυβέρνηση αντιτάχθηκε στην πρωτοβουλία, φοβούμενη διακοπές ρεύματος και αύξηση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας. Το σχέδιο θα απαιτούσε επίσης να εισάγει η χώρα περισσότερη ενέργεια από την γειτονική Γερμανία, από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα. Η Γερμανία με τη σειρά της σχεδιάζει να κλείσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της ως το 2022.

Εξάλλου, η ελβετική εταιρεία BKW AG σχεδιάζει ήδη να κλείσει το σταθμό Muehleberg το 2019, επικαλούμενη το υψηλό κόστος συντήρησης και λειτουργίας της μονάδας.

Η Ελβετία έχει σε εφαρμογή μία ενεργειακή στρατηγική με ορίζοντα το 2050, για τη σταδιακή αντικατάσταση της πυρηνικής ενέργειας που καλύπτει σήμερα περίπου το ένα τρίτο της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της αιολικής και της ηλιακής. Η στρατηγική προβλέπει το κλείσιμο των ελβετικών αντιδραστήρων, αλλά χωρίς συγκεκριμένη προθεσμία.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας στο Κοινοβούλιο, το Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα, έχει ως στόχο να αποσύρει το σχέδιο, χαρακτηρίζοντάς το ως υπερβολικά δαπανηρό.

Το ελβετικό Κόμμα των Πρασίνων υποστηρίζει μια ταχύτερη κατάργηση της ατομικής ενέργειας, ανησυχώντας για τη γήρανση των αντιδραστήρων, με τη μονάδα Beznau Ι να αποτελεί τον παλαιότερο σε λειτουργία πυρηνικό σταθμό παραγωγής ενέργειας στον κόσμο, αφού ξεκίνησε λειτουργία το 1969.